Γράμμα από τη φυλακή Butyrskaya– Πάσχα , 1928

sergeschmemann

Ο Σέργιος Σμέμαν, γιός του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, στο υπέροχο βιβλίο του ‘Echoes of a Native Land’ μεταφέρει μιά επιστολή κάποιου συγγενικού του προσώπου, ο οποίος έζησε πολλά χρόνια στις Σοβιετικές φυλακές και τελικά πέθανε εκεί. Η επιστολή γράφτηκε το βράδυ του Πάσχα το 1928 και απευθυνόταν στον θείο Grishanchik. Αυτή η επιστολή πρεπει να θεωρηθεί ως κλασσική Ορθόδοξη μαρτυρία για μιά πίστη που κράτησε ζωντανούς τόσους ανθρώπους και που αναβιώνει και πάλι σήμερα σε τόσους τόπους. Ο θρίαμβος της Ανάστασης τόσο έντονα διαπέρασε το κελλί τού γράφοντος που θαυμάζουμε πώς και δεν κατέρρευσαν όλοι οι τοίχοι… Ολόκληρο το βιβλίο είναι υπέροχο και το συστήνω χωρίς καμιά επιφύλαξη.

30 Μαρτίου/ 12 Απριλίου 1928

Αγαπητέ θείε Grishanchik,

Σε χαιρετώ καθώς και τη θεία Μάσια  με την ευκαιρία της Αγίας Ημέρας και σάς εύχομαι ότι καλύτερο. Ηθελα εδώ και πάρα πολύ καιρό να σάς γράψω, αγαπητέ μου θείε Grishanchik. Πάντοτε μού έδειχνες τόσο ενδιαφέρον και με βοήθησες τόσο πολύ σε μιά δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Κυρίως όμως, η εικόνα σου είναι τόσο αρρηκτα συνδεδεμένη με καθε ένα από μάς, τα ανήψια σου,και με τις τόσο ωραίες αναμνήσεις. Πάντοτε ήσουν, είσαι και θα είσαι ο αγαπημένος, ο τόσο λατρευτός μας θείος.

Πλησιάζει το τέταρτο Πάσχα που θα περάσω πίσω από αυτούς τους τοίχους, μακρυά από την οικογένειά μου, αλλά τα αισθήματα των Αγιων Ημερών που ενσταλάκτηκαν μέσα μου από τη μικρή μου ηλικία δεν με απογοητεύουν τώρα. Από την αρχή της Αγίας Εβδομάδας νιώθω το Πάσχα να πλησιάζει. Ακολουθώ τη ζωή της Εκκλησίας και επαναλαμβάνω τους ύμνους της Αγίας Εβδομάδας. Στην ψυχή μου νιώθω τέτοια αισθήματα τρυφερής κατάνυξης, όπως και όταν ήμουν παιδί και πήγαινα στην εξομολόγηση ή στη Θεία Κοινωνία. Στα 35 μου αυτά τα αισθήματα είναι το ίδιο δυνατά και βαθειά όπως και όταν ήμουν παιδί.

Αγαπητέ μου θείε Grishanchik, θυμάμαι το Πάσχα των προηγούμενων χρόνων και ειδικά το τελευταίο Πάσχα στο χωριό Sergiyevskoye, που περάσαμε μαζί σου και με τη θεία  Μάσια, και ένιωσα αμέσως την ανάγκη να σου γράψω. Αν θυμάσαι το Πάσχα του 1918 ήταν μάλλον αργά ενώ η άνοιξη ήρθε νωρίς και πολύ ζεστή ώστε κατά τις τελευταίες εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής που έπρεπε να συνοδεύσω τη θεία Μάσια στο Φερτζίκοβο οι δρόμοι ήταν αδιάβατοι. Θυμάμαι το ταξίδι σαν να ήταν τώρα. Έκανε ζέστη και είχε υγρασία που κατάφερε να λιώσει και τα τελευταία χόνια στα δάση και τις ρεματίες πιο γρήγορα και από τον πιό καυτό ήλιο. Όπου έστρεφες το βλέμμα έβλεπες νερά, νερά και πάλιν νερά και όλοι οι ήχοι φαινόντουσαν σαν να βγαίναν από τα γάργαρα νερά στα ρυάκα που έρρεαν ακατάπαυστα απ΄όλες τις μεριές και ανακατέυονταν με τις φωνές αμέτρητων κορυδαλλών. Έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε το έλκυθρο όχι από τον δρόμο που ήταν γεμάτος λάσπη ανάμεσα στους γυμνούς αγρούς αλλά από δίπλα, διαλέγοντας προσεκτικά το μονοπάτι. Κάθε βήμα μας, κάθε σημάδι που αφίννε το έλκυθρο μετατρεπόταν αμέσως σ΄ενα μικρό λασπωμένο ρυάκι, που έτρεχε ασταμάτητα για κάπου αλλού. Εμοιαζε να ταξιδεύαμε για πάντα, κουράζοντας αφόρητα το καημένο το άλογο. Τελικά αφού αποφύγαμε με επιτυχία τον αγρό του Πολιβάνοβο, που ήταν ένα από τα πιό δύσκολα μονοπάτια, ξεθάρρεψα και καθώς η θεία Μάσια είχε βυθιστεί σε λήθαργο, παρ’ ολίγον να πνίξω και το άλογο μαζί με το έλκυθρο. Επρεπε να το λύσουμε για να το τραβήξουμε και βραχήκαμε μέχρι τα μπούνια. Με μιά λέξη γευτήκαμε τοτοπικό χρώμα’.

Θυμάμαι την ευφορία που ένιωθα για τον ερχομό της άνοιξης και την ολη ανοιξιάτικη θαλπωρή. Ωστόσο, η ομορφιά της αναγεννημένης φύσης δεν μπορούσε να σβύσει την αίσθηση μιάς αδιόρατης ανησυχίας που έσφιγγε τις καρδιές και των δυό μας. Είτε γιατί κάποιο χέρι σηκώθηκε με άλογη οργή για να βεβηλώσει την οικογενειά μας, είτε γιατί είχαμε την ενοχλητική αίσθηση ότι η στενά συνδεδεμένη οικογένειά μας σιγά- σιγά διαλυόταν. Η Σόνια ήταν κάπου μακρυά με μιά ντουζίνα παιδιά, μόνη της, μακρυά από τον άνδρα της. Ο Σεριόσια, νιόπαντρος χωρίς να ξέρουμε πώς και πού και εσύ αγαπητέ θείε με τη θεία Μάσια, να βρίσκεστε μακρυά από τους νεαρούς και ν’ ανησυχείτε διαρκώς. Ηταν σκληροί και δύσκολοι καιροί. Αλλά πιστεύω ότι πέραν των προβλημάτων αυτή η πνευματική ομίχλη είχε μιά βαθύτερη κοινή αιτία: όλοι μας, νέοι και γέροι, στεκόμασταν σ’ ενα σταυροδρόμι. Χωρίς να το γνωρίζουμε αποχαιρετούσαμε το παρελθόν, πλήρες από αγαπημένες αναμνησεις, ενώ μπροστά μας ανοιγόταν ένα εχθρικό και παντελώς άγνωστο μέλλον.

Και στο μέσο όλων αυτών ήρθε και η Αγία Εβδομάδα. Η άνοιξη ήταν στο στάδιο όπου η φύση μετά από τη μεγάλη προσπάθεια να απελευθερωθεί από τα δεσμά του χειμώνα, ξαφνικά ησυχάζει, σαν να ξεκουράζεται από την πρώτη της επιτυχία. Ωστόσο, πίσω από την φαινομενική ησυχία υπάρχει πάντοτε η αίσθηση μιά πολύπλοκης και κρυφής διαδικασίας κάπου μέσα στα έγκατα της γής, που προετοιμάζεται να αναδυθεί με όλη της τη δύναμη σε φάση ολοκληρωτικής ομορφιάς και άνθισης.Το όργωμα και η σπορά της γής άφησαν να αναδυθούν τέτοιες δυνατές ευωδίες, ώστε μετά το ιδρωμένο άροτρο που περνούσε απαλά από το αυλάκι, σε περιτιγύριζαν οι πανέμορφες ευωδίες της βρεγμένης γής. Παντοτε μεθούσα μ’ αυτή την μυρωδιά γιατί σε κάνει να νιώθεις την απέραντη δημιουργική δύναμη της φύσης.

Δεν γνωρίζω πώς νιώθατε εσείς εκείνον τον καιρό γιατί εγώ ζούσα μιά απομονωμένη ζωή, δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ στους αγρούς, χωρίς να βλέπω, και , ναι, χωρίς να θέλω να βλέπω ότιδήποτε άλλο. Ηταν πολύ οδυνηρό να σκεύτομαι και μόνο η απόλυτη φυσική εξάντληση μου έδινε την ευκαιρία αν όχι να ξεχάσω, τουλάχιστον να ξεχαστώ. Αλλά με τον ερχομό της Μεγάλης Εβδομάδας και των ακολουθιών, έπρεπε να καθοδηγώ τη χορωδία στις πρόβες και στην εκκλησία. Την Μεγάλη Τετάρτη τέλειωσα με τη σπορά της βρώμης και καθώς τακτοποιούσα το άροτρο και τη σβάρνα αφοσιώθηκα εντελώς με το διαπασών. Και τότε ξεκίνησε κάτι το οποίο δεν θα ξεχάσω ποτέ!

 

Αγαπητέ θείε Grishanchik!

Θυμάσαι την ακολουθία των Δώδεκα Ευαγγελίων στην εκκλησία του χωριού Seriyevskoye; Θυμάσαι τον αμίμιτο υπέροχο τρόπο του μικρού μας ιερέα; Φέτος θα έχουν περάσει εννιά χρόνια από τότε που κοιμήθηκε τα μεσάνυκτα του Ορθρου της Αναστάσεως. Ωστόσο ακόμα και τώρα όταν ακουω κάποιες λιτανείες η κάποια αποσπάσματα από το Ευαγγέλιο είναι σαν να ακούω και πάλι την αναζωογονητική φωνή του καλού μας ιερέα και τους τονισμούς του να διαπερνούν την ίδια τη ψυχή μου. Θυμάμαι που σού άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε και ότι εντυπωσιάστηκες βαθειά.             Βλέπω τώρα τον τεράστιο Σταυρό στο μέσο της εκκλησίας με τη Παναγία και τον Ιωάννη στις δύο πλευρές να φωτίζονται από πολυάρυθμα φώτα, την φλόγα των κεριών να τρεμοπαίζει ανάμεσα στους απόλυτα γνωριμους χωρικούς του χωριού κι εσύ να στέκεσαι στα δεξιά από το μανουάλι με μιά στοχαστική έκφραση ζωγραφισμένη στο προσωπό σου.Μακάρι να ήξερες τι γινόταν στην ψυχή μου τότε! Ηταν μιά απόλυτη μεταστροφή, μιά τεράστια θεραπευτική αποκάλυψη!

Μην ξαφνιάζεσαι που γράφω με αυτόν τον τρόπο. Δεν νομίζω να υπερβάλλω. Απλώς είμαι συναισθηματικά φορτισμένος αναπολώντας ολ’ αυτά αλλά επίσης επειδή συνεχώς σταματώ και πηγαίνω στο παράθυρο ν’ ακούσω. Είναι μιά σιωπηλή νύκτα με αστροφεγγιά που κρεμμεται πάνω από τη Μόσχα. Μόλις που ακούω πρώτα τη μιά και ύστερα την άλλη καμπάνα καθώς μιά- μιά εκκλησία διαβάζουν τα Ευαγγέλια το ένα μετά το άλλο με αργούς κτύπους. Σκεύτομαι τους δικους μου, τον πατέρα, την μητέρα, τις αδελφές, τ’ αδέλφια μου, όλους εσάς, και νιώθω την θλίψη του χωρισμού. Είστε όλοι τόσο αγαπητοί και τόσο κοντά μου. Παρά την οδύνη για τον χωρισμό μας, ειδικά αυτές τις μέρες, πιστεύω ακράδαντα ότι θα έρθει η ώρα όπου όλοι μαζί θα ξαναβρεθούμε, όπως ακριβώς είμαστε τώρα όλοι μαζεμένοι στη σκέψη μου.

1/14 Απριλίου

Μού επέτρεψαν να τελειώσω τα γράμματα που έγραφα και κάθησα επίτηδες να το τελιεώσω αυτό απόψε. Από στιγμή σε στιγμή θ’ αρχίσει ο Ορθρος του Πάσχα. Ολα είναι καθαρά στο κελλί μας. Πάνω στο μεγάλο κοινό τραπέζι φιγουράρει ένα kulichi και ένα τεράστιο paskha με την επιγραφή «Χριστός Ανέστη» από φρέσκο κάρδαμο πάνω σε κατάλευκο πανί ενώ πολύχρωμα αυγά το στολίζουν γύρω-γύρω. Είναι περιέργως ήσυχα στο κελλί απόψε. Για να μήν ξυπνήσουμε τους φρουρούς όλοι μας, είμαστε εικοσιτέσσερεις, ξαπλώσαμε σε χαμηλωμένα κρεββάτια περιμένοντας τις καμπανες, ενώ εγώ κάθησα να συνείσω το γράψιμο.

Θυμάμαι που βγήκα εξω από την εκκλησία τότε, συγκλονισμένος από μια πληθώρα συναισθημάτων και αισθήσεων καθώς η προηγούμενη ομίχλη που επικρατούσε στο μυαλό μου φαινόταν τώρα ασήμαντη και ανάξια προσοχής. Ανάμεσα στις εικόνες των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας, τη φρίκη της ανθρώπινης αμαρτίας και τη δυστυχία του Δημιουργού που οδηγεί στην Ανάσταση, ανακάλυψα ξαφνικά την αιώνια, την άφθαρτη αρχή, που βρισκόταν επίσης στην προσωρινή ανακωχή της φύσης, κρυβόμενη στο σπόρο της ολοκληρωτικής αναγέννησης κάθε ζωής. Οι ακολουθίες συνέχισαν με τον αυστηρό αλλά πλουσιοπάροχο τρόπο τους. Οι εικόνες διαδέχονταν άλλες εικόνες και όταν το Μεγάλο Σάββατο ο διάκονος, έχοντας ντυθεί στα λευκά του άμφια, μετά τη ωδή ‘Ανάστα ο Θεός’, περπάτησε στο κέντρο της εκκλησίας προς το σουδάριο για να διαβάσει το Ευαγγέλιο της Ανάστασης, μου φάνηκε ότι όλοι μας είμαστε το ίδιο συγκλονισμένοι και νιώθαμε και προσευχόμαστε σαν ένας άνθρωπος.

Εν τω μεταξύ η άνοιξη είχε μπεί στην αντεπίθεση αλλά η νύκτα ήταν υγρή με βαρυά σύννεφα στον ουρανό. Καθώς περπατούσα στα στενά δρομάκια του πάρκου, φανταζόμουν μιά κίνηση στο έδαφος λες και εκατοντάδες αόρατα φυτά προσπαθούσαν να διαπεράσουν το χώμα για να βγούν στον αέρα και στο φώς.

Δεν γνωρίζω αν ο όρθρος του Πάσχα εκείνα τα μεσάνυκτα σού είχαν κάνει ενύπωση. Για μένα δεν υπήρχε και δεν θα υπάρξει ποτέ καλύτερο Πάσχα από αυτό στο χωριό Seriyevskoye. Είμαστε όλοι πάρα πολύ υπαρξιακά δεμένοι σ’ αυτό το χωριό, ώστε να υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να  το ξεπεράσει και να επιτελέσει σε μάς την ίδια ευεργεσία. Αυτό δεν είναι τυφλός πατριωτισμός. Για όλους μας το χωριό ήταν το πνευματικό λίκνο μέσα από το οποίο ζούμε και αναπνεέουμε, στο οποίο γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε.

Αγαπητέ Θείε Grishanchik, ενώ σου γράφω οι κωδονοκρουσίες στη Μόσχα άρχισαν και έχουν έντονο εορταστικό χαρακτήρα.   Αρχισαν και οι λειτανίες και ακούμε και τούς ήχους των βεγγαλικών την ώρα που η μιά εκκλησία μετά την άλλη ενώνονται με τους χαρμόσυνους ήχους των καμπάνων. Το κύμα του ήχου απλώνει! Και νά! Εδώ εντελώς κοντά μάς η καμπάνα ενός μικρού παρεκκλησιού ξεχωρίζει ανάμεσα στην κοινή κωδονοκρουσία με μιά χαρούμενη, θριαμβευτική φωνούλα. Και ενώ το πρώτο κύμα φαίνεται να τελειώνει ξαφνικά ένα καινούργιο εμφανίζεται με απρόσμενη δύναμη, ως να είναι ένας μεγαλόπρεπος ήμνος μεταξύ γής και ουρανού.

Δεν μπορώ να συνεχίσω το γράψιμο! Αυτό που τώρα ακούω είναι τόσο εντυπωσιακό, τόσο όμορφο που δεν περιγράφεται με λόγια. Το αδιαμφισβήτητο κήρυγμα της Ανάστασης μου φαίνεται σαν να υπερβαίνει αυτήν την πανίσχυρη θριαμβευτική κωδονοκρουσία.

Αγαπημένε μου θείε, αυτό που νιώθω κάνει τόσο καλό στην ψυχή μου που το μόνο που θα μπορούσα να σου πώ για να  το εκφράσω είναι και πάλι ‘Χριστός Ανέστη!»

Γεώργιος

 

source http://glory2godforallthings.com/2012/04/15/a-letter-from-butyrskaya-prison-pascha-1928-3/

Αρέσει σε %d bloggers: