Νέα στοιχεία για τους φεουδάρχες της Χούλου

Φωτό:parathyro.com

Φωτό:parathyro.com

της Νάσας Παταπίου, Ιστορικού-Ερευνήτριας,

Κέντρο Επιστημονικών ερευνών Κύπρου

 

Πρώτος ο χρονικογράφος μας Λεόντιος Μαχαιράς μνημονεύει, κατά τα έτη της βασιλείας του Φράγκου βασιλιά Πέτρου Α’, ως φεουδάρχη της Χούλου τον Τζουάν Τεμουντολήφ (Jean de Montolif).

Ο Montolif, σύμφωνα πάντα με τον Μαχαιρά, είχε σύζυγο την Ιωάννα Λ’Αλεμά, που ήταν μια από τις ερωμένες του βασιλιά Πέτρου Α’. Η οικογένεια των Montolif είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην ιστορία της Κύπρου και κυρίως κατά την περίοδο της διαμάχης για το στέμμα μεταξύ της Καρλόττας, νόμιμης βασίλισσας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου.

Ο Φραγκίσκος Montolif, για παράδειγμα, βισκούντης Λευκωσίας και βάιλος Καρπασίας είχε στραφεί εναντίον του Ιακώβου και ως οπαδός της βασίλισσας Καρλόττας αναγκάστηκε να καταφύγει μαζί της στο φρούριο της Κερύνειας.

Η Χούλου, όπως έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ο μεγάλος φιλόλογος Σίμος Μενάρδος, πολύ πιθανόν να οφείλει το όνομά της στην οικογένεια Goul, συριακής προφανώς καταγωγής. Από το όνομα δηλαδή κάποιου φεουδάρχη ονομαζόμενου Γουλ προήλθε και το όνομα του χωριού Χούλου. Το όνομα αυτό θα είχε την προφορά Houl, διατείνεται ο Μενάρδος, όπως και το συριακό όνομα Γούρρη το οποίο επίσης απαντά στην Κύπρο και ως Χούρρη (Gour- ry ή Hourry). Το όνομα Γουλ πράγματι απαντά στη μεσαιωνική Κύπρο και συγκεκριμένα στο χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά, όπως φέρ’ ειπείν ο Στασίς του Γούλου. Βέβαια σε καμιά πηγή μέχρι σήμερα δεν μας έχει παραδοθεί η πληροφορία ότι κάποιος Γουλ υπήρξε φεουδάρχης της Χούλου. Σε αρχειακό υλικό όμως έχουμε συναντήσει αρκετά στοιχεία για τους φεουδάρχες της Χούλου, όπως τις οικογένειες Acrolissa, de Ras και Grenier πριν περιέλθει το ίδιο χωριό στο Δημόσιο.

Η οικογένεια Acrolissa

Η φραγκική οικογένεια Acrolissa, όπως μαρτυρείται σε έγγραφα της Φραγκοκρατίας, των οποίων αντίγραφα διασώθηκαν στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, μας προσφέρουν νέα στοιχεία για τους φεουδάρχες των χωριών της Κύπρου και στην προκειμένη περίπτωση για τους φεουδάρχες της Χούλου.

Η οικογένεια των Acrolisa εμφανίζεται στις πηγές που αφορούν στην Κύπρο πριν το έτος 1378 και το όνομα της οικογένειας απαντά ποικιλοτρόπως ως Acrolissa, Crolissa, Crolixa, Clirissa κ.ά.

Το 1355 ένας Simon d’Acrolissa αναφέρεται ότι ήταν υπεύθυνος για τις ανακρίσεις που αφορούσαν κλοπές ζώων. Επίσης, γνωρίζουμε ότι η σύζυγος του Badin de Nores, ναυάρχου της Ιερουσαλήμ, όπως μνημονεύεται το 1422, ήταν η Μαρία de Crolixa, προφανώς με καταγωγή από την ίδια οικογένεια.

Τον 15ο αιώνα απαντά ένας Ιωάννης Acrolissa ως magister regalis hospitalis, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος του ανακτόρου, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β’, ο οποίος πιθανότατα συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς με τη Μαρία d’ Acrolissa. Όπως θα εξετάσουμε παρακάτω ο Ιωάννης d’ Acrolissa πρέπει να ταυτιστεί με τον φεουδάρχη της Χούλου και της Καλλέπιας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ένα χωριό της χερσονήσου της Καρπασίας, το οποίο υφίστατο έως τα μέσα του 16ου αιώνα, αφού το συναντούμε και στον περίφημο χάρτη του Λεωνίδα Αττάρ το 1542, ονομαζόταν Acrolisa. To γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το χωριό είχε δημιουργηθεί σε κάποιο φέουδο του Acrolissa, και κατά πάσα πιθανότητα του Ιωάννη Acrolissa γι’ αυτό φέρει και το όνομά του, όπως συμβαίνει άλλωστε και με άλλα χωριά της Κύπρου που φέρουν ονόματα φεουδαρχών.

Έλενα Grenier

Ο φεουδάρχης Ιωάννης d’ Acrolissa είχε νυμφευθεί την Έλενα de Grenier, θυγατέρα του Ιακώβου de Grenier, κόμη Εδέσσης – Rochas και μικρότερη αδελφή του Morf de Grenier που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του στις 18 Νοεμβρίου 1447. Ας σημειωθεί επίσης ότι η Έλενα από την πλευρά της μητέρας της, της Μαργαρίτας, καταγόταν από τον βασιλικό οίκο των Lusignan, αφού ήταν ανεψιά του βασιλιά.

Ο αδελφός της Έλενας Morf de Grenier ως πρωτότοκος, σύμφωνα με τις Ασσίζες των Ιεροσολύμων, έλαβε όλη την περιουσία του πατέρα του. Η αδελφή του, η οποία σύμφωνα και πάλι με τις Ασσίζες δεν κληρονομούσε τίποτα, φάνηκε τυχερή και παντρεύτηκε έναν πλούσιο με πολλά φέουδα τον φεουδάρχη Ιωάννη d’ Acrolissa, αλλά πολύ σύντομα πέθανε και έμεινε χήρα. Η Έλενα όμως ως χήρα του d’ Acrolisa έλαβε το μερίδιο από τα φέουδά του, το οποίο της αναλογούσε. Σύμφωνα με ένα ανέκδοτο έγγραφο, ο σύζυγός της είχε τα εξής χωριά ως φέουδα από τα οποία τα μισά εισοδήματα ανήκαν στη χήρα Έλενα Grenier d’ Acrolissa. Τα χωριά αυτά ήταν το χωριό Αρεδιού της Ορεινής, η Πέτρα, η οποία τότε ανήκε στο διαμέρισμα της Πεντάγειας και σήμερα είναι γνωστή ως Πέτρα Σολέας και δύο χωριά της Πάφου: η Χούλου και η Κάτω Καλλέπια. Ένα πέμπτο χωριό δεν κατορθώσαμε να το ταυτίσουμε, αλλά εάν έχουμε αναγνώσει σωστά στο έγγραφο αναφέρεται ως Legnati ( ίσως Λιμνάτι;).

Από τον Ιωάννη d’ Αcrolissa η Χούλου καθώς και η Καλλέπια έγιναν ιδιοκτησία της Έλενας Grenier και του δεύτερου συζύγου της Ιωάννη de Ras. O de Ras παρόλο που αρχικά όταν ξέσπασε η διαμάχη για το στέμμα της Κύπρου μεταξύ της νόμιμης βασίλισσας της Κύπρου Καρλόττας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου τάχθηκε με το μέρος της βασίλισσας, αργότερα όμως έγινε οπαδός του Ιακώβου. Τότε του παραχωρήθηκε το μισό φέουδο της Αρεδιού και με τον γάμο του με την Έλενα Grenier ο βασιλιάς του παραχώρησε το Παλαιχώρι, το οποίο προηγουμένως ο ίδιος το κατέταξε στο Δημόσιο.

Ασφαλώς στη συνέχεια η Αρεδιού, το Παλαιχώρι καθώς και τα μισά εισοδήματα των δυο χωριών της Πάφου, δηλαδή της Χούλου και της Καλλέπιας θα πέρασαν στη μοναχοκόρη του ζεύγους Μελουζίνη ( Mellesina), που είχε παντρευτεί τον Ονούφριο Rechiesens, μεγάλο συνεσκάρδο του βασιλείου της Κύπρου. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τις Ασσίζες της Ιερουσαλήμ, τα φέουδα αυτά εάν εξακολουθούσαν να αποτελούν ιδιοκτησία της ίδιας οικογένειας θα κατέληγαν στον πρωτότοκο γιο του ζεύγους Calseran Rechiesens, που είχε νυμφευθεί τη Χερουμπίνα Άκρη (Cherubina d’ Acre) και είχε κληρονομήσει και το αξίωμα του μεγάλου συνεσκάρδου του βασιλείου.

Η Χούλου στη βασιλική περιουσία

Δεν γνωρίζουμε για πόσα χρόνια οι απόγονοι των Grenier και Rechiesens εξακολουθούσαν να έχουν ως φέουδα τη Χούλου και την Καλλέπια, αφού κατά το ήμισι τα είχε κληρονομήσει η προγιαγιά τους Έλενα Grenier από τον πρώτο σύζυγο της Ιωάννη d’ Acrolissa. Αυτό όμως το οποίο τεκμηριώνεται από αρχειακές πηγές είναι ότι μετέπειτα η Χούλου, καθώς και η Καλλέπια, ήδη κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα ανήκαν στη βασιλική περιουσία, δηλαδή στο Δημόσιο. Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε ότι ήδη από το 1465 η Καλλέπια και άλλα φέουδα είχαν παραχωρηθεί από το βασιλιά Ιάκωβο Β’ σ’ έναν ευνοούμενο του, τον Ιερώνυμο Salviati. Σε ανέκδοτο βενετικό έγγραφο του 1562 στο οποίο παρατίθεται κατάλογος των χωριών που ανήκαν στο Δημόσιο αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα χωριά Χούλου και Καλλέπια (Cullu e Callepia).

Στον ίδιο κατάλογο σημειώνεται δίπλα από κάθε χωριό πότε είχε διενεργηθεί για τελευταία φορά απογραφή του πληθυσμού του.

Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε ότι κατά τη Βενετοκρατία δεν γινόταν κατά καιρούς μόνο απογραφή του πληθυσμού, αλλά και καταγραφή λεπτομερών στοιχείων για το κάθε χωριό. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν καλλιεργήσιμες και χέρσες γαίες, περιβόλια, αμπέλια, μύλοι, δάση, βρύσες, ποτάμια, ρυάκια κ.ά.

Στο εν λόγω έγγραφο σημειώνεται ότι στη Χούλου και στην Καλλέπια είχε γίνει απογραφή για τελευταία φορά κατά το έτος 1549. Έτσι είναι βέβαιο ότι ήδη από τις αρχές ή τα μέσα του 16ου αιώνα και τα δύο χωριά ανήκαν πλέον στο Δημόσιο (reale).

Άλλα στοιχεία κατά τη Βενετοκρατία

Η Χούλου όπως ήδη αναφέραμε είχε κοινούς φεουδάρχες με την Κάτω Καλλέπια ενώ στο έγγραφο του 1562 σημειώνεται και πάλι μαζί με την Καλλέπια. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους καταγράφουμε κάποιες πληροφορίες σχετικές και με το χωριό Καλλέπια. Κατά τη Βενετοκρατία υπήρχαν δύο χωριά η Πάνω και η Κάτω Καλλέπια, τα οποία αργότερα ενώθηκαν σε ένα το σημερινό χωριό, γνωστό απλώς ως Καλλέπια. Στην απογραφή του 1565 την οποία είχαν διενεργήσει οι Βενετοί η Κάτω Καλλέπια είχε 8 ελεύθερους καλλιεργητές, τους γνωστούς ως φραγκομάτους και η Πάνω Καλλέπια είχε 25 φραγκομάτους ενώ η Χούλου είχε 60 φραγκομάτους. Παρατηρούμε ότι η Χούλου είχε σχεδόν διπλάσιο πληθυσμό σε φραγκομάτους αρσενικού γένους από τον αριθμό των φραγκομάτων που είχαν και τα δύο χωριά Πάνω και Κάτω Καλλέπια.

Η ένωση των δύο χωριών πρέπει να πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γιατί κατά την απογραφή του 1881 αναφέρεται απλώς το χωριό Καλλέπια με πληθυσμό 271 κατοίκους, ενώ η Χούλου το 1881 είχε 434 κατοίκους.

Η Χούλου αναμφισβήτητα υφίστατο από τα βυζαντινά χρόνια αφού σώζονται σ’ αυτήν ερείπια του βυζαντινού ναού του Αγίου Θεοδώρου. Έξοχες τοιχογραφίες σώζονται και στο μικρό ναό-κόσμημα του Αγίου Γεωργίου στην είσοδο του χωριού. Στη Χούλου, επίσης, έχουν αποκαλυφθεί τελευταίως τοιχογραφίες στον ναό της Παναγίας της Παντάνασσας και γι’ αυτό ακριβώς και δεν έχει γίνει γι’ αυτές σχετική δημοσίευση. Πιθανολογείται ότι οι τοιχογραφίες αυτές έχουν γίνει κατά τον 15ο η 16ο αιώνα.

Σε μια τοιχογραφία απεικονίζεται ένα ζεύγος δωρητών τους οποίους κάλλιστα θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε είτε με την Έλενα Grenier και τον Ιωάννη d’ Acrolissa, πρώτο σύζυγό της, είτε την ίδια με τον δεύτερο σύζυγό της Ιωάννη de Ras ή πολύ πιθανόν με τη θυγατέρα του ζεύγους Μελουζίνη και τον σύζυγό της Ονούφριο Rechiesens, μεγάλο σινεσκάρδο της Κύπρου. Στην περίπτωση που θα ίσχυε τέτοια ταύτιση, τότε η χρονολόγηση της τοιχογραφίας πρέπει μάλλον να ανάγεται στον 15ο αιώνα, γιατί όλα τα πιο πάνω πρόσωπα έζησαν σχεδόν τον ίδιο αιώνα. Ως εκ τούτου πρέπει να αποκλειστεί ο 16ος αιώνας. Εάν μελλοντικά εντοπίσουμε έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι και κατά τον 16ο αιώνα, μάλλον στις αρχές του 16ου αιώνα, η Χούλου ανήκε στην ίδια οικογένεια, τότε θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας σ’ ένα άλλο ζεύγος, αυτό της Χερουμπίνας Ακρη και του συζύγου της Calceran Rechesens.

Το μυστήριο το οποίο καλύπτει τα άγνωστα ονόματα των δωρητών στο βόρειο τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας της Παντάνασσας, χάρη στην αρχειακή έρευνα φαίνεται ότι σιγά-σιγά αρχίζει να μας αποκαλύπτεται…

Πηγή: Εβδομαδιαία Εφημερίδα Ελευθερία του Λονδίνου,Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013.

Αρέσει σε %d bloggers: