Τίνους πιδούδ’ ήταν

_(10)_~1

του Γιάννη Τσίκουλα,

Ομοτίμου Καθηγητού Παιδιατρικής Α.Π.Θ.

 Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Το άκουγα να το συζητούν ψιθυριστά η μάνα μου με τις φιλενάδες της στον πρωινό καφέ ή στον απογευματινό σόμπουρου. Δεν μπορεί. Κάτι συμβαίνει με τη Βασίλω έλεγαν. Η μια είχε παρατηρήσει ότι τα μάτια της ήταν κομμένα με μαύρους κύκλους γύρω-γύρω. Η άλλη, που τύχαινε να είναι γειτόνισσά της, την άκουγε να ξερνοβολάει όλη μέρα. Τέλος μια άλλη, κι αυτό κι αν ήταν πια τεκμήριο, την περασμένη Κυριακή στην εκκλησία παρατηρούσε τη Βασίλω συνεχώς απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της θείας Λειτουργίας και είχε πια σιγουρευτεί,κι ο Θεός ας τη συγχωρέσει, ότι η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία.Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη!

Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Ύστερα έγινε βούκινο. Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη. Τι ρεζίλι ήταν αυτό. Θα μας κάψει ο Θεός. Χάλασε ο κόσμος. Σόδομα και Γόμορα. Πρώτο θέμα συζήτησης σ’ όλον τον Πολύγυρο και βέβαια πρώτο και μοναδικό θέμα συζήτησης μεταξύ της μάνας μου και των φιλενάδων της. Τέλος μια μέρα που κατάλαβαν ότι τις άκουσα και κατάλαβα κι εγώ ότι το είχαν καταλάβει τις ρώτησα όλως υποκριτικά «Καλά τόσο κακό είναι που αγκαστρώθηκε η Βασίλω;». Τότε μια από αυτές, η θειά Γεωργία, με συγκαταβατικό και περισπούδαστο ύφος μου είπε:

«Αχ,πιδούδι μ’, δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πράματα. Η Βασίλω είναι αγκαστρωμέν(η) αλλά δεν έχ(ι) άντρα. Ίνι αστεφάνωτ’. Μιγάλ(η) αμαρτία. Δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πιδούδι μ’». Εμένα μου λες που δεν ήξερα!Τέλος πάντων αυτό είναι άλλη ιστορία.

Εν τέλει μέσα στη γενική κατακραυγή των Πολυγυρινών και λουσμένη από τα εφιαλτικά φώτα της δημοσιότητας η Βασίλω έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι χωρίς να ‘χει άντρα. Αστεφάνωτη. Κρίμα μεγάλο. Έγκλημα. Περιφρονημένη από τους «καθώς πρέπει»συμπατριώτες της, αυτή η αμαρτωλή, μεγάλωνε το αγοράκι της μαζί με τη γριά μητέρα της. Μόνο αυτές ήξεραν πώς! Έχω ολοζώντανη την εικόνα του παιδιού εκείνου. Την εικόνα ενός τετράχρονου χαριτωμένου και έξυπνου παιδιού, που όμως ήταν καταδικασμένο να πληρώνει κάθε μέρα ακριβά το «αμάρτημα της μητρός του».Να είναι φορτωμένο ενοχές για κάτι για το οποίο δεν ήταν ένοχο. Ενοχές που του φόρτωνε μια υποκριτική, μια ανελέητη κοινωνία, που διασκέδαζε χτυπώντας το αδυσώπητα.

Όλοι ήξεραν ότι το παιδί αυτό ήταν «μπαστάρκου» κι έτσι το προσφωνούσαν κι έτσι το περιγελούσαν όπου κι αν πήγαινε, όπου κι αν βρισκόταν τα μεν παιδιά αρχίζοντας το μαρτύριό του με την ερώτηση «τίνους πιδί, είσι αρέ;», οι δε μεγάλοι, ιδίως οι γυναίκες, με την ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι καλό μ’» και να ξεσπούν μετά σε γέλια και χαρακτηρισμούς. Και έβλεπες τότε το δύστυχο παιδάκι,ένα νήπιο απροστάτευτο, να χαμηλώνει το κεφαλάκι του, να ταχύνει το βήμα του και να απαντάει φωνάζοντας, όπως προφανώς το είχε δασκαλέψει η μάνα του: «Δε ξέρου. Δε ξέρου τίνους πιδί είμι. Κινά μη σας μέλλ’(ει) ισάς».

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του παιδιού, το καθημερινό του μαρτύριο ήταν το ότι καθώς έβγαινε από το σπίτι του και πήγαινε να παίξει λίγο παρακάτω, έπρεπε να περάσει από το σπίτι μιας γριάς, που καθόταν μονίμως μπροστά από την αυλόπορτά της πλέκοντας ένα σκουφούνι με περασμένη την κλωστή γύρω από το λαιμό της. (Ετσι μου έμεινε στη μνήμη μου η εικόνα της).

Το ανόητο και χαιρέκακο αυτό γραΐδιο κάθε που περνούσε μπροστά της το παιδάκι δεν παρέλειπε να του κάνει τη στερεότυπη ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’»με ένα μελιστάλακτο ύφος, που προσπαθούσε να καλύψει την ανείπωτη χαιρεκακία της και να την συνοδεύει από ανατριχιαστικά χαχανητά. Ήταν η καθημερινή της διασκέδαση. Η δύστυχη η μάνα απελπισμένη από τη συμπεριφορά του κόσμου και ιδίως αυτού του γραϊδίου, που ήταν ο καθημερινός βραχνάς του παιδιού, κατέφυγε σε έναν ιερέα για να τη συμβουλεύσει πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Τι να πει στο παιδί. Τι να απαντάει στην εφιαλτική ερώτηση «τίνους πιδί είσι αρέ» των άλλων παιδιών και «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’» των μεγάλων.

Υπήρξα μάρτυρας μαζί με μια παρέα άλλων παιδιών, που παίζαμε εκεί έξω από το σπίτι της γριάς και της τελικής λύσης του θέματος. Περνούσε πάλι το παιδάκι έξω από την πόρτα της κι αυτή καθισμένη στην αυλόπορτα έπλεκε το σκουφούνι, κρεμασμένο όπως πάντα από το λαιμό της και ετοιμάστηκε να το προσβάλλει και να το γιουχαΐσει για χιλιοστή φορά ρωτώντας το στερεότυπο «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’». Και τότε της ήρθε καταπέλτης απρόσμενος η απάντηση του παιδιού, την οποία διδάχτηκε από τον ιερέα: «Είμι πιδούδ τσ’ μάκους τσ’Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού», της είπε με θάρρος κοιτάζοντάς την στα μάτια.

Πάγωσε το γραΐδιο και λούφαξε. Παγώσαμε κι εμείς και λουφάξαμε. Δεν ξέρω αν εμείς τα παιδιά το καταλάβαμε αυτό που είπε με τη λογική. Σίγουρα όμως το νιώσαμε με την καρδιά μας. Ναι, το παιδάκι είχε πεισθεί και έπεισε και τους άλλους ότι ήταν παιδί «τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’Χριστού». Είχε κι αυτό όπως και όλα τα παιδιά ολοκληρωμένη οικογένεια, αλλά δεν το ήξερε μέχρι τότε. Του το έμαθε ο ιερέας. Του έμαθε τη μεγάλη αλήθεια. Ότι κανένα παιδί δεν είναι και δεν ανήκει στην πραγματικότητα στους γονείς του. Όλα τα παιδιά περνάνε μέσα από τους γονείς, αλλά είναι παιδιά «τσ’ μάκους τσ’Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού» και σ’ αυτούς ανήκουν.

 

 

Πηγή: Παγχαλκιδικός Λόγος [ www.panchalkidikos.gr ], Περιοδική Έκδοση Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης», τεύχος 12ο, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2012.

Αρέσει σε %d bloggers: