Το έργο του μακαριστού Μητροπολίτου Αυγουστίνου Καντιώτη κατά την Μεταπολεμική περίοδο ως Ιεροκήρυκος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (μέρος Β΄)

avgoustinos-kantiotis-11• Κύμη

«Ληξάσης της περιόδου εκείνης, μετετέθην εις Κύμην – Ευβοίας μετά τα μέσα του έτους 1950. Εις την νέαν αυτήν θέσιν παρέμεινα επί ένα περίπου έτος, ασχολούμενος με το κήρυγμα, την κατήχησιν και την εξομολόγησιν».

«Εκεί δημόσια σκάνδαλα κληρικών είχαν γίνει αφορμή ν’ αδειάσουν κυριολεκτικά οι εκκλησίες. Με τη δύναμι του λόγου και το παράδειγμα κατορθώνει να ξαναφέρη τους Κυμαίους στην Εκκλησία.

Οι ιεροί ναοί γεμίζουν και πάλι.

Προθυμοποιούνται όμως οι προύχοντες της Κύμης να τον κατηγορήσουν. Εναντίον του είνε και ο τότε μητροπολίτης Καρυστίας, ο οποίος τον διώχνει από την μητρόπολί του. Δεν τον δέχεται κανείς μητροπολίτης και τίθεται έτσι στη διάθεσι της Ιεράς Συνόδου».

Κηρύττει διαρκώς. Ιδρύει την «Κατηχητική σχολή «Ο Μέγας Αθανάσιος», οπού γίνονται συγκεντρώσεις ανδρών, γυναικών και εργαζομένων νέων. Συγκροτεί «Χριστιανική Ένωσι Νεανίδων».

Εξομολογεί. Εκδίδει και εδώ φυλλάδιο (το «ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ»), με το οποίο μεταξύ άλλων πολεμά τα παζάρια της Κυριακής, την αποφυγή της τεκνογονίας. Επίσης από τον Ιούνιο του 1951 μαζί με τον ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως Χαλκίδος αρχιμ. Χριστόφορο Καλύβα εκδίδει το φυλλάδιο «ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ», το οποίο διανέμεται δωρεάν στους νέους. Περιοδεύει στα χωριά και πλησιάζει τους χωρικούς της υπαίθρου, μεταξύ των οποίων ανευρίσκει διαμάντια που τα φέρνει στο φως, όπως τον βοσκό Γεώργιο Ν. Χαρτσά, τον αυτοχαρακτηριζόμενο «βασιλέα των ορέων», ο οποίος θα εκδώση και ποιητικό οικοδομητικό φυλλάδιο με τον τίτλο «Η ΦΛΟΓΕΡΑ».

Η πύκνωσις των εκκλησιασμάτων και των ακροατηρίων του θείου λόγου ενοχλεί. Εκσφενδονίζεται εναντίον του η κατηγορία οτι «είνε τρελλός» και απαντά καταλλήλως. Φεύγοντας από την Κύμη θα ελέγξη άλλη μία αντικανονικότητα· την χάραξι σταυρών στο έδαφος.

• Αθήναι

«… Έρχομαι εις τα εν Αθήναις, οπού λήγοντος του έτους 1951 μετετέθην ως ιεροκήρυξ. Πώς έφθασα εκεί; Δεν το επεδίωξα. Είχα λόγους ψυχολογικούς και δεν ήθελα να εργασθώ εις Αθήνας. Μου ήρεσεν η εις την επαρχίαν εργασία. Αλλ’ εν αγνοία μου, τη προτάσει του λίαν αγαπητού μοι αρχιμανδρίτου π. Χριστόφορου Καλύβα, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων, ο οποίος με εγνώριζεν εξ Ιωαννίνων, με μετέθεσεν εις Αθήνας. Μόλις έφθασα εις Αθήνας, οι «αγαπώντές με» εχθροί διέδωσαν οτι έφθασεν εις Αθήνας ένας.., τρελλός ιεροκήρυξ! Επί τριετίαν έζων εις «ασπαλακείον» επί της οδού Χριστοκοπίδου 12. Δεν πρόκειται εδώ να περιγραφή η επί 15ετίαν διηνεκής εργασία μου εις την πρωτεύουσαν της Ελλάδος. Χρειάζεται ειδική εκθεσις διά να περιγράφουν αι ποικίλαι εξορμήσεις, τα πρωινά και εσπερινά κηρύγματα, που παρηκολούθουν εις ναούς και αίθουσας πυκνά ακροατήρια, τα αλλεπάλληλα συλλαλητήρια προς κάθαρσιν της Εκκλησίας, της παιδείας, και της κοινωνίας, αι έντονοι γραπταί διαμαρτυρίαι, τα πολιτικά και εκκλησιαστικά δικαστήρια εις τα οποία δις και τρις προσήχθην, η ίδρυσις συλλόγων και αδελφοτήτων, η ανέγερσις αιθουσών και ευαγών ιδρυμάτων, η έκδοσις περιοδικών και βιβλίων, η πολεμική και αντίκρουσις ποικίλων βδελυρών κατηγοριών και συκοφαντιών… Με την βοήθειαν της θείας χάριτος όλα τα εμπόδια υπερεπηδήθησαν. Δάκρυα έρχονται εις τους οφθαλμούς μου, οσάκις ενθυμούμαι τους αλησμόνητους συνεργάτας και ακροατάς της πρωτευούσης».

«Εδώ η δραστηριότητά του εντείνεται και οι αγώνες του για τα κοινωνικά, ηθικά, εκκλησιαστικά και εθνικά προβλήματα παίρνουν διαστάσεις πανελλήνιες, —γιατί όχι;— οικουμενικές.

Η πρώτη αφορμή δίνεται γρήγορα. Δυο παράνομοι γάμοι στην Αθήνα [σ.τ.σ.· δύο ζευγών αδελφών μεταξύ τους] αναγκάζουν τον ιεροκήρυκα με άρθρο της «Σπίθας» να ελέγξη τον αρχιεπίσκοπο για παράβασι ι. Κανόνων, παρ’ όλη την ευγνωμοσύνη που του οφείλει.

Ακολουθούν διαμαρτυρίες για τους άσεμνους χορούς, τα άσεμνα θεάματα, τα όργια των καρναβαλικών γιορτών, και ιδιαίτερα για τα καλλιστεία. Πίσω του υπάρχει λαός πολύς και ιδιαίτερα οι νέοι που με τον ενθουσιασμό τους δεν δίστασαν να κατέβουν σε διαδηλώσεις και να οδηγηθούν στα κρατητήρια και τα δικαστήρια.

Παράλληλα δυναμώνει το κήρυγμα. Πλήθη ακροατών συνωστίζονται στους ναούς για ν’ ακούσουν το ζωντανό λόγο. Για την καλύτερη διεξαγωγή του αγώνος ιδρύει και οργανώνει τους συλλόγους «Ο Μέγας Αθανάσιος», «Ο Αγών», «Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων», «Αγροτικός Σύλλογος [σ.τ.σ.· Ο Άγιος Σάββας]», «Η Ασπίς της Ορθοδοξίας». Αργότερα ιδρύει οικοτροφείο αρρένων και οικοτροφείο θηλέων.

Ξαφνικά το έργο διακόπτεται. Βαρεία σωματική αρρώστια τον καθηλώνει για 65 μέρες σε κρεβάτι του «Ευαγγελισμού». Η είδησι συγκλονίζει συνεργάτες και φίλους μέχρι τις μακρινές χώρες του εξωτερικού. Ο θάνατος φαίνεται να τον έχη περιτυλίξει. Οι γιατροί παλεύουν απεγνωσμένα με τα φάρμακα. Οι πιστοί συναγωνίζονται με τις προσευχές. Και ο Θεός κάνει το θαύμα… Μετά την ανάρρωσι αισθάνεται μεγαλύτερη την ευθύνη και επιτακτικότερο το χρέος να συνέχιση εντονώτερα τον αγώνα για τη χειμαζόμενη Εκκλησία…

Ο πρώτος αγώνας του συνδέεται με το εκπαιδευτικό πρόβλημα. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμισι του 1964 αναστατώνει τον ορθόδοξο λαό [σ.τ.σ.· προέβλεπε μεταξύ άλλων υπερέξαρσι των τεχνικών εις βάρος των θεωρητικών μαθημάτων, περιορισμό των θρησκευτικών και των αρχαίων ελληνικών, μεταβολή της γλώσσης κ.ά.]. Με πρωτοβουλία της Πανελληνίου Ενώσεως Νέων Θεολόγων συγκροτούνται δύο συλλαλητήρια, το ένα στις 15 Νοεμβρίου 1964 και το δεύτερο στις 7 Φεβρουαρίου 1965 [σ.τ.σ.· και για το εκκλησιαστικό ζήτημα]. Η πρωτεύουσα σείεται. Η Ι. Σύνοδος απαγορεύει στους ιερείς της τη συμμετοχή [σ.τ.σ.· στο δεύτερο]. Αλλά ο ιεροκήρυκας Αυγουστίνος Καντιώτης εκφωνεί πύρινο λόγο σε τεράστια συγκέντρωσι στο κινηματοθέατρο «Άκροπόλ»…

Με ωμή γλώσσα περιγράφει την κοινωνική και εκκλησιαστική κατάστασι και ζητεί την κάθαρσι της Εκκλησίας και την ανόρθωσι της κοινωνίας.

Η Ι. Σύνοδος διατάσσει ανακρίσεις εναντίον του ιεροκήρυκος, ενώ δεν τολμά να θίξη τους ισχυρούς, για να πετύχη το πολυπόθητο μεταθετό [σ.τ.σ.· εναντίον του μεταθετού επακολουθεί άλλο συλλαλητήριο στις 14 Μαρτίου 1965]. Πριν ακόμα λήξουν οι ανακρίσεις, η Ι. Σύνοδος, ύστερα από εισήγησι του υπουργού Παιδείας, με απόφασι της 30ής Μαρτίου 1965, απαγορεύει στον ιεροκήρυκα να κηρύττη όχι μόνο στους ναούς της πρωτευούσης, αλλά σε οποιαδήποτε αίθουσα σ’ όλη την Ελλάδα. Η απαγόρευσι προκαλεί πανελλήνιο σάλο. Λαός και τύπος εξεγείρονται… [σ.τ.σ.· σχόλια επικριτικά δημοσιεύονται στον τύπο συμπολιτευόμενο και αντιπολιτευόμενο, 22 βουλευταί καταθέτουν ερωτήσεις στην Βουλή και άλλοι αποστέλλουν διαμαρτυρίες]. Στις 11 Απριλίου 1965 στην αίθουσα του «Ακροπόλ» συγκροτείται νέο συλλαλητήριο, όπου συρρέουν πλήθη λαού και απαιτούν την άρσι της απαγορεύσεως… Το χύμα των διαμαρτυριών εξογκώνεται και συνοδικοί αρχιερείς αναγκάζονται να παραπέμψουν στο αρχείο τον φάκελλο. Ο λαός του Θεού νικά. Τη Μ. Παρασκευή ο ιεροκήρυκας ομιλεί από τον άμβωνα του ι. ναού της Χρυσοσπηλιώτισσας».

 

• Αγώνες για την κάθαρσι της κοινωνίας και της Εκκλησίας

Βρισκόμαστε στα χρόνια ακριβώς μετά τους πολέμους και τις κακοπάθειες της πατρίδος μας. Στους αγώνες εκείνους φάνηκε ο ηρωισμός και η πίστι των Ελλήνων. Εκείνοι που πολέμησαν αγωνίσθηκαν πραγματικά —όπως και οι πρόγονοί τους— «για του Χριστού την πίστι την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Εκείνοι που έμειναν στα μετόπισθεν, βολεμένοι λόγω μέσου, δεν πήραν χαμπάρι γι’ αυτή την ηρωϊκή πίστι του λαού μας, δηλητηριασμένοι από τις ξενικές ιδέες της καλοπέρασης και των απολαύσεων. Πήραν όμως πάλι στα χέρια τους την εξουσία μετά την απελευθέρωσι· και όντες αδιάφοροι για την πίστι, δεν τους ενωχλούσε να βλέπουν την κακή αλλοίωσι, που καθημερινώς εισέβαλλε από την επίζηλη —κατ’ αυτούς— Δύσι. Όσοι όμως είχαν αγωνισθή για τη νίκη έβλεπαν τώρα να αναιρούνται όλοι οι αγώνες τους και αντ’ αυτών να προωθούνται άνωθεν άλλα σχέδια, που σκόπευαν να μεταβάλουν την πατρίδα σε έναν απλό δορυφόρο των ξένων, έρμαιο σκοτεινών δυνάμεων, χωρίς ιστορία, χωρίς παράδοσι, χωρίς ταυτότητα. Γι’ αυτό και αντιδρούν ακόμη και σ’ εκείνα που φαίνονται μεν αθώα κατ’ ουσίαν όμως προετοιμάζουν τη διάλυσι του κοινωνικού ιστού. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο π. Αυγουστίνος αγωνίζεται να φανερώση, τι κρύβεται πίσω από τις νέες συνήθειες, και αντιδρά στις προσπάθειες εγκαταστάσεως νέων ψευδών ειδώλων στην ελληνική κοινωνία.

Σήμερα αποδεικνύεται —για όσους έχουν μάτια—, πόσο μακριά έβλεπε.

Απολογούμενος σε κάποια δίκη, ο π. Αυγουστίνος ρητορεύει· «Παρ’ όλην την εξωτερικήν λαμπρότητα του εθνικού και θρησκευτικού μας βίου υποβόσκει μία βαθύτατη ηθική κρίσις, της οποίας ελάχιστα δείγματα είνε τα εκάστοτε ακουόμενα πρωτοφανή εγκλήματα. Διεπίστωσα ότι…απλούται μυστικόν δίκτυον διαφθοράς που καθημερινώς αλιεύει θύματα νέους και νεανίδας και απ’ αυτά ακόμη τα θρανία των σχολείων μας και τα προαύλια των εκκλησιών μας… Δι’ όλους ημάς…, οι οποίοι ηγωνίσθημεν διά να ίσταται η Ελλάς όρθια εν μέσω του κόσμου, είνε ψυχικώς ανυπόφορον, την Ελλάδα, αστερισμόν αθανάτων ιδεών, την Ελλάδα, η οποία ενίκα και εθριάμβευεν εις τα ύψη των ορέων, να βλέπωμεν να νικάται και να πίπτη μέσα εις την ατιμίαν, τον βόρβορον της διαφθοράς· της διαφθοράς εκείνης, η οποία δι’ έλλειψιν παντός φραγμού εισελαύνει έξωθεν και ζητεί να επιτύχη ό,τι δεν επέτυχον οι ποικιλώνυμοι εχθροί, την εξαφάνισίν μας ως έθνους και φυλής. Υπάρχει φόβος μέγας, νικήσαντες εις τα όρη τους εξωτερικούς εχθρούς, να ηττηθώμεν και να διαλυθώμεν εντός των πόλεων, εντός της πρωτευούσης».

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια κινείται η αντίδρασις του ιερομόναχου εναντίον των καλλιστείων. Η συνήθεια αυτή (έμπνευσι Εβραίου δημοσιογράφου των Παρισίων) μεταφυτεύθηκε στην Ελλάδα και έγινε δέλεαρ προς απεμπόλησιν της σεμνότητος των Ελλήνων και Ελληνίδων. Ο π. Αυγουστίνος, εν μέσω σιγής για το ζήτημα, αντιδρά με άρθρο στην «ΧΡΙΣΤ. ΣΠΙΘΑ». Ακολουθούν διαμαρτυρίες από συλλόγους και υπεύθυνα πρόσωπα, συλλαλητήρια, αγρυπνίες, ιερές νυκτερινές λιτανείες, δημοσιογραφικοί διαξιφισμοί, δικαστήρια, ακόμη και καταδίκες. Η Ιερά Σύνοδος καταδικάζει, τα καλλιστεία δι’ εγκυκλίου και ζητεί από την Κυβέρνησι να τα σταματήση· ιεράρχαι συμπαρίστανται προσωπικώς στον ιεροκήρυκα· η συνείδησι του λαού τα απορρίπτει· η μία διοργανώτρια εφημερίδα τα παραδίδει σε άλλη· η προσέλευσι υποψηφίων νεανίδων για συμμετοχή στο διαγωνισμό μειώνεται δραστικά. Θα παραμείνουν όμως τα καλλιστεία —έστω και με μειωμένη επιρροή— χάριν κάποιων ισχυρών της…νυκτός.

Η αναγνώρισι της σημασίας των αντιδράσεων για τα καλλιστεία δεν περιωρίσθηκε μόνο σε ελληνικό και ορθόδοξο επίπεδο. Ένας Έλληνας ετερόδοξος (ουνίτης) επίσκοπος έγραψε σχετικώς· «Την 27ην Ιουνίου 1953 στο κέντρο «Αρζεντίνα» του Καλαμακίου επρόκειτο να παρελάσουν ημίγυμνες κοπέλλες για τα καλλιστεία. Πλήθος πολύ είχε περικυκλώσει το κέντρο. Οι «αριστοκράτες» είχαν καταλάβει τις θέσεις. Την ίδια μέρα η φωνή τολμηρού ιεροκήρυκος ακούσθηκε· «Χριστιανοί, πρέπει να ξυπνήσωμε. Η πνευματική μας κληρονομιά κινδυνεύει. Μόνο οι γέροντες να μείνουν εδώ και να προσεύχωνται. Οι άλλοι στο Καλαμάκι. Με τη βοήθεια του Θεού, μπρος να ρίψωμε τη σημαία του Σατανά και να υψώσωμε τη σημαία του Θεού». Χίλιοι περίπου διαδηλωταί χριστιανοί βρέθηκαν νωρίς μπρος στην «Αρζεντίνα». Εφωδιασμένοι με ροκάνες, τενεκέδες, κουδούνια, δημιουργούσαν εκκωφαντικό θόρυβο, και μόλις περνούσε πολυτελές αυτοκίνητο φωνάζανε-«Αίσχος!», «Η Ελλάς δεν είναι Χόλλυγουντ!», «Οι νεκροί μας διαμαρτύρονται!»… Δεν κατώρθωσαν βέβαια να ματαιώσουν τη συγκέντρωσι, γιατί η δύναμις της Αστυνομίας ήταν ανωτέρα, αλλά η Κυβέρνησις υποσχέθηκε να μελετήση «την κατάργησι των καλλιστείων ή την κατ’ άλλον τρόπον διεξαγωγήν των»». Η διαμαρτυρία εκείνη χαρακτηρίσθηκε «ως μοναδική ανά τον κόσμον κατά των φαύλων καλλιστείων αντίδρασις υπό μιας των μεγαλυτέρων εφημερίδων του Νέου Κόσμου (σ.τ.σ.· Αμερικής)».

Με το ίδιο πνεύμα και τον ίδιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν και οι άλλοι αγώνες του π. Αυγουστίνου· εναντίον του καρνάβαλου (με την αστυνομία να φθάνη στο σημείο να εμποδίζη την μετάβασι του ιεροκήρυκος στην Πάτρα), εναντίον της μασονίας (με αποκαλύψεις κυκλωμάτων ακόμη και μέσα στους χριστιανικούς κύκλους, σ’ αυτή την Θεολογική Σχολή Αθηνών, ακόμη και σε πατριαρχεία), εναντίον του οικουμενισμού (με έλεγχο συγκρητιστικών κηρυγμάτων πατριαρχών και κριτική της συμμετοχής της Εκκλησίας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών»), εναντίον του χιλιασμού, του παπισμού, της βλασφημίας (ακόμη και στη λογοτεχνία και στην πολιτική), εναντίον της προωθήσεως νομοθετικών μέτρων που συνιστούν διάλυσι της οικογενείας (αυτόματο διαζύγιο κ.ά.), και γενικώτερα εναντίον αντορθοδόξων πιστεύω (π.χ. άρνησις της υπάρξεως της θείας προνοίας για τους ανθρώπους και διάφορες άλλες ετεροδιδασκαλίες) και ηθών (πορνεία, γυμνισμός, καταπάτησις της αργίας της Κυριακής, αμβλώσεις, διαζύγιο, όρκος, προίκα, ανήθικοι χοροί κ.ά.).

Αγωνίζεται ακόμη για την ανόρθωσι τόσο των εκκλησιαστικών πραγμάτων (κατάργησις του μεταθετού των επισκόπων, λειτουργία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων με διαφάνεια, εκλογές κληρικών και δη των επισκόπων κατά τον αποστολικό τρόπο «ψήφω κλήρου και [πιστού] λαού», κάθαρσις της Εκκλησίας επί τη βάσει όμως των ι. κανόνων, επιδίωξις ενότητος των ορθοδόξων Χριστιανών με βάσι την αλήθεια, επανένωσις μετά των παλαιοημερολογιτών), όσο και των εθνικών ζητημάτων (δημογραφική συρρίκνωσις, κοινωνικές ανισότητες, πτωχεία, ανεργία, ανεξαρτησία απέναντι των συμμάχων, εθνική και πολιτική ζωή με γνώμονα τις αρχές της αγίας Γραφής και της ιεράς Παραδόσεως κ.ά.). Γι’ αυτό δεν διστάζει να ασκήση έλεγχο πολιτικών προσώπων, πρωθυπουργών και αυτών ακόμη των βασιλέων, όταν εκφράζωνται δημοσίως κατά τρόπο αντορθόδοξο ή συγκρητιστικό ή όταν ενισχύουν αιρέσεις (π.χ. μασονία, κογκορδάτο με τον πάπα κ.ά.). Ο αγώνας αυτός θα κοστίση στον π. Αυγουστίνο την σύγκρουσί του με δημοσιογραφικά κατεστημένα, την κατασυκοφάντησί του —ακόμη και των γονέων του—, και την δίωξί του δικαστικώς.

 

• Ο θεολογικός αγώνας του 1962

Το έτος 1962 άρχισε ένας μεγάλος αγώνας των φοιτητών της θεολογίας με αφορμή την απόφασι του Α.Σ.Ε.Π. (Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδευτικού Προγραμματισμού) για μείωσι των ωρών διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Ήδη χίλιοι (1.000) περίπου θεολόγοι παρέμεναν αδιόριστοι, επειδή υπήρχε πρόγραμμα της —συντηρητικής τότε— Κυβερνήσεως Καραμανλή για περιορισμό των θεολόγων το πρόσχημα ήταν, ότι δεν χρειάζονται θεολόγοι, αλλά τεχνολόγοι. Ξεκίνησε λοιπόν τότε ένας διαρκής αγώνας των φοιτητών των θεολογικών σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης με αποχή από τα μαθήματα, συλλαλητήρια κ.λπ., ο οποίος κατέληξε στην υπαναχώρησι της Κυβερνήσεως τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Ο αγώνας αυτός των θεολόγων δεν ήτο συνδικαλιστικός, αλλά γινόταν εναντίον του ξερριζώματος της Ορθοδοξίας από την πατρίδα μας· έδωσε δε το έναυσμα και σε παραλλήλους φοιτητικούς αγώνες. Μεγάλη ήταν η επίδρασι του π. Αυγουστίνου στον αγώνα αυτό των φοιτητών της θεολογίας, οι περισσότεροι των οποίων ήταν και ακροαταί των κηρυγμάτων του, σημαντική δε στάθηκε η συμπαράστασί του σε κρίσιμες ιδίως στιγμές. Τότε μίλησε στην Συνέλευσί τους ενθαρρύνοντας την συνέχισι του αγώνος μέχρι τη νίκη. Όπως σημειώνει ο χρονογράφος του αγώνος φοιτητής τότε και καθηγητής σήμερα της θεολογίας πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, «ήταν απέραντη, σχεδόν καθολική, η εμπιστοσύνη του Φοιτητικού κόσμου απέναντι του (σ.τ.σ.· του π. Αυγουστίνου), γιατί ήταν ένα από τα λίγα αγωνιστικά πρότυπα, που διέθετε ο εκκλησιαστικός χώρος, σε μια κοινωνία καιροσκοπισμού και ταπεινών συμβιβασμών». Οι αγώνες αυτοί υπήρξαν μία προετοιμασία και τρόπον τινά ένα προανάκρουσμα των μετέπειτα εκκλησιαστικών αγώνων.

 

• Κατερίνη – Μία δίκη – νίκη

Κατά παρόμοιο τρόπο ο π. Αυγουστίνος συνετέλεσε και σε μία νίκη στην πόλι της Κατερίνης. Λειτουργούσαν εκεί παρανόμως ωρισμένα πορνεία κοντά σε εκκλησίες και σχολεία και εργατικές συνοικίες, που οι περίοικοι δεν τα ήθελαν, διότι προκαλούσαν σωρεία προβλημάτων. Επειδή οι επίσημες αρχές εκώφευαν στις αιτήσεις, κάποια μέρα ο αγνοημένος και ποδοπατημένος λαός ξέσπασε, κατόπιν σχετικού επεισοδίου, σε διαδήλωσι. Εισέβαλε στο σπίτι της αμαρτίας —χωρίς να πειράξη άνθρωπο— ζητώντας την κατάργησί του. Μερικές απλοϊκές γυναίκες από το πλήθος των διαμαρτυρομένων βρέθηκαν έτσι κατηγορούμενες στο δικαστήριο για «φθορά ξένης περιουσίας» (κάποια τζάμια) και πρωτοδίκως καταδικάσθηκαν. Στην εκδίκασι της εφέσεως κάτοικοι της Κατερίνης ζήτησαν από τον π. Αυγουστίνο να παραστή ως μάρτυς υπερασπίσεως. Στη νέα εκδίκασι συγκεντρώθηκε πολύς λαός. Η δίκη όμως λόγω τυπικών παραλείψεων (οι οποίες είχαν «ξεχαστή» την πρώτη φορά)…«ματαιώθηκε», η υπόθεσις δηλαδή παρεγράφη, παρ’ όλες τις εκκλήσεις τόσο του π. Αυγουστίνου όσο και, του ακροατηρίου και αυτών ακόμη των κατηγορουμένων για εκδίκασί της. Πανελλήνιος σάλος ξεσηκώθηκε. Ο π. Αυγουστίνος μίλησε τότε από άμβωνος στο ναό της Αναλήψεως της Κατερίνης σε μία παλλαϊκή συγκέντρωσι και ζήτησε να κλείσουν τα διαφθορεία. Τα νιάτα ξεσηκώθηκαν γύρω από το λάβαρο της καθαρής του ψυχής, αλλά διαδήλωσι δεν έγινε προς πρόληψιν επεισοδίων. Εστάλη υπόμνημα στις αρχές της Κατερίνης, ο ίδιος δε ο π. Αυγουστίνος παρουσιάστηκε σε ανώτερες αρχές της Θεσσαλονίκης ζητώντας να κλείσουν τα πορνεία της Κατερίνης. Την ημέρα της αγίας Αικατερίνης, πολιούχου της πόλεως, έγινε με ιδία πρωτοβουλία των κατοίκων νέα λιτανεία -διαδήλωσι εναντίον της πληγής αυτής. Τελικώς τα πορνεία εκείνα έκλεισαν. Ξαναλειτούργησαν μετά από καιρό αλλά πλέον πιο διακριτικά, αποφεύγοντας τις προκλήσεις.

Ο αγώνας του ιεροκήρυκος δεν γίνεται με φρόνημα υπερήφανο και διάθεσι τυραννικής επιβολής. Ακολουθώντας το ρητό του αποστόλου Παύλου «Τις ασθενεί και ουκ ασθενώ;» προσπαθεί να ρίξη στα ανακύπτοντα ζητήματα το φως της αλήθειας, που θα δείξη ποιό είνε το δέον. Όπλο του είνε ο λόγος του Θεού, που τον θεωρεί ανώτερο από τα σιδερένια όπλα, για τα οποία πιστεύει, ακολουθώντας τους Πατέρας, ότι δεν τα έχει ανάγκη η Εκκλησία. Πρότυπά του είνε οι Πατέρες· ιδού μία χαρακτηριστική περίπτωσι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος, επειδή οι Χριστιανοί άφηναν την εκκλησία και πήγαιναν στα θέατρα και στα παιχνίδια, μαζί με κληρικούς και με τον τίμιο σταυρό να προπορεύεται, βγήκε από την εκκλησία και πήγε στον τόπο όπου συγκεντρώνονταν τότε, βλέποντας και ακούοντάς τον οι Χριστιανοί, «εντράπηκαν μεγάλως και ανεχώρησαν και τινας πλέον δεν ετόλμησε να υπάγη και να παίζη εις τον τόπον εκείνον».

«Ασκητική προσωπικότης, κατέχων μόρφωσιν ευρυτάτην, βαθείαν δε γνώσιν της πατερικής φιλολογίας και των Γραφών, αίτινες ανέπτυξαν εν αυτώ ισχυράν ορθόδοξον συνείδησιν, διακρινόμενος διά τον έρωτα αυτού προς το απόλυτον, και ασυμβίβαστος ων προς τας κοινωνικάς και εκκλησιαστικάς συμβατικότητας, ήλεγξεν αφόβως και αντικειμενικώς, εκφράζων ούτως ειπείν τας γνώμας της συγχρόνου υγιούς συνειδήσεως της Εκκλησίας, βασιλείς, πατριάρχας, ιεράρχας, μοναχούς, πολιτικούς άνδρας, Κλήρον και λαόν, επισύρας διά τούτο πολλάκις την μήνιν των φαύλων και ισχυρών. Οξείαν έχων την ιστορικήν όρασιν αντελήφθη αρκούντως την τρομεράν παρακμήν, εις ην οδηγείται η Εκκλησία του Χριστού, εν καιροίς καθ’ ους ο υλισμός και η αθεΐα ανδρούνται, και κηρύσσει την επιστροφήν Κλήρου και λαού εις την ανόθευτον αρχαίαν χριστιανικήν καθαρότητα και απλότητα και δημοκρατικήν της Εκκλησίας διοίκησιν, ως την μόνην λυτρωτικήν οδόν».

Παραλλήλως συνεχίζει τη θεολογική προσφορά προσπαθώντας να επαναφέρη στο φως τον πατερικό πλούτο. Συγγράφει άρθρα πνευματικού περιεχομένου στα περιοδικά που εκδίδει (μνημονεύουμε χαρακτηριστικά άρθρα του με φιλοκαλικά θέματα —όχι κάτι σύνηθες για τα δεδομένα της εποχής εκείνης— στα πρώτα τεύχη του περ. «ΣΤΑΥΡΟΣ»), κυκλοφορεί δικά του βιβλία ή μεταφράζει πατερικά έργα, συνεργάζεται σε άλλα περιοδικά (όπως στην «ΚΙΒΩΤΟ» με τον Φώτη Κόντογλου) και προσπάθειες (όπως στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια) κ.ά.. Όσοι έζησαν κοντά του, ομολογούν ότι είνε σαν να έχουν περάσει μία άλλη Θεολογική Σχολή.

Αλλ’ ο π. Αυγουστίνος δεν άφησε και τον τομέα της καθαυτό προσφοράς αγάπης, την ευποιία. Ενώ είνε ακόμη αρχιμανδρίτης, έχει ήδη ιδρύσει δύο οικοτροφεία φοιτητών (Αθήνα και Θεσσαλονίκη), δύο οικοτροφεία φοιτητριών (Αθήνα και Θεσσαλονίκη), ένα οικοτροφείο μαθητών (Κοζάνη), και συλλόγους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος που αγωνίζονται τόσο για την διάδοσι του λόγου του Θεού (ανεγείροντας αίθουσες ομιλιών, συγκροτώντας κύκλους συμμελέτης αγίας Γραφής) όσο και για την προσφορά βοηθείας στον συνάνθρωπο (με βοηθήματα σε χρήματα και είδη κ.λπ.). Το 1962, φρονών ότι η αναγέννησις της Εκκλησίας απαιτεί ριζοσπαστικά μέτρα, αρνήθηκε να δεχθή την θέσι του διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αν δεν επήρχοντο προηγουμένως μερικές αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες εξέθεσε σε υπόμνημα, που όμως δεν έγινε δεκτό.

Πολλά είνε και τα πνευματικά τέκνα του π. Αυγουστίνου που κατά το παράδειγμα του ακολουθούν την οδό της παρθενίας· αρκετοί έχουν γίνει κληρικοί και μοναχοί. Έχει ιδρύσει τέσσερις γυναικείες ιεραποστολικές αδελφότητες (Αθήνα, Γρεβενά, Φλώρινα, και Θεσσαλονίκη). Το 1964 αποκρυσταλλώνεται ο από 20ετίας περίπου υφιστάμενος άτυπος ορθόδοξος ιεραποστολικός σύνδεσμος «Σταυρός», ο οποίος το 1966 λαμβάνει και επίσημο σχήμα ως ανεγνωρισμένο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία «Ορθόδοξος Ιεραποστολική Αδελφότης «Ο Σταυρός»». Σ’ αυτήν προσέρχονται πνευματικά του τέκνα που τον ακολουθούσαν ήδη οργανώνοντας ένα ορθόδοξο κοινόβιο, στο οποίο προσπαθεί να εμπνεύση πατερικά πρότυπα. Παραλλήλως, από το 1966, λειτουργεί και πλήρες τυπογραφείο, ενώ μόνο στοιχειοθεσία έντυπων και βιβλίων εγίνετο ήδη από ενωρίτερα. Ήδη έχει εκδώσει 18 βιβλία και έχει συγγράψει πολλά άρθρα σε δικά του και άλλα περιοδικά και εφημερίδες. Οι αγώνες του πλέον αποτελούν πηγή εμπνεύσεως και για πολλούς άλλους.

«Αριστοτέχνης του κηρύγματος, μάλιστα δε του ελεγκτικού, ο προκρίνει ως το μόνον αναγκαίον εν καιροίς κρισίμοις, ασκών ισχυροτάτην επίδρασιν επί του λαού, με την παρρησίαν αυτού, το προφητικόν ύφος, την οσιότητα και ανιδιοτέλειαν του βίου, τα υψιπετή υπέρ της Εκκλησίας οράματα, τους ποικίλους αγώνας, τας πολυπληθείς συγγραφάς, ενθυμίζει μεγάλας αγωνιστικάς μορφάς της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αίτινες τον βίον αυτών διέθεσαν εν μέσω κινδύνων και διωγμών, προς ανόρθωσιν της Εκκλησίας, δόξαν της Ορθοδοξίας και του Γένους ημών» (Θ.Η.Ε., έ.ά.).

 

Πηγή: Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης, Σύντομος βιογραφία, Ιερά Κοινοβιακή Μονή «Ζωοδόχος Πηγή» Λογγοβάρδας, Πάρος 2010, Ημερολόγια – Εκδόσεις «Κυπρής», 1η ανατύπωσις Σεπτέμβριος 2010.


Συνεχίζεται…

Αρέσει σε %d bloggers: