Όσιος Γερμανός ο Μαρούλης ( †1336)

agios-germanos-maroulis1

Ο θαυμαστός Όσιος Γερμανός ο Αγιορείτης

Ο βίος του Οσίου Γερμανού (1252-1336) είναι ένα από τα αγιολογικά έργα του Οσίου πατρός ημών Φιλοθέου του Κοκκίνου.

Η στενή σχέση των δύο φίλων (Γερμανού-Φιλοθέου) φαίνεται μέσα από τις νοσταλγικές αναφορές σε συγγενικά πρόσωπα καθώς και στις λεπτομέρειες της παιδικής ηλικίας του Οσίου.

Ο βίος του Οσίου διασώζεται σε δύο χειρόγραφους κώδικες, ένας εκ των οποίων βρίσκεται στο Άγιον Όρος: α) Ιβήρων 590, του ιδ´ αιώνος, και β) Marcianus Cr. 582 ιε´ αιώνος (αντίγραφο του πρώτου)

Τον πρωτότυπο βίο του Οσίου πρωτοεξέδωσε ο καθηγητής Δ. Τσάμης στο «Ανάτυπο Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (τόμος 9, 26, 1981). Στη συνέχεια, το 1985, εκδόθηκε σε μετάφραση από το «Περιβόλι της Παναγίας».

 

Φιλοθέου του Κοκκίνου

Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΑΘΩ

ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΙΣΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

 

Αλλά πως αν τις το καθ  ημάς αιτίας απολύση και μώμων, Γερμανόν ούτω σιγή καταλιπόντας τον μέγαν, τον λύχνον υπό τον μόδιον, φημί, και την κλίνην, ή τον αστέρα της αρετής τον διαφανή τε και λαμπρόν υπό γην αύθις, ζωής εν τω κόσμω λόγον επέχοντα, κατά τον μέγαν ειπείν Παύλον· Γερμανόν εκείνόν φημι ον ήνεγκε μεν η περιφανής Μακεδόνων μητρόπολις, το φίλον όντως εμοί και ήδιστον έδαφος, η θαυμαστή και μεγάλη Θεσσαλονίκη, Άθως δ  εκείθεν ο μέγας δεξάμενος, το πίον και τετυρωμένον, είποι τις αν κανταύθα δικαίως, όρος, το όρος του Θεού, εν ω κατοικείν ο «τα πάντα πληρών» ευδόκησε δια την αρετήν δηλονότι των ενοικούντων, έθρεψέ τε πνευματικώς, είπερ τινά που των πάντων, και εις άνδρα προαγαγών τέλειον, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» μετά πολλού γε πάνυ του περιόντος, πυρσόν ανέδειξε περιφανή τε και διαέριον σοφίας τε και γνώσεως πάσης τοις εκ του κοσμικού τούτου πελάγους και των ενταύθα πνευμάτων τε και του κλύψωνος εις τον σωτήριον εκείνον κατιούσι λιμένα.[2]

 

Καταγωγή του Οσίου

Ο μέγας και περιφανής αυτός άνθρωπος κατήγετο από την Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του είχαν πλούτο και δόξα, αφού ο πατέρας του ήταν ο υπεύθυνος όλων των οικονομικών της πόλεως. Επιφανέστεροι όμως ήταν στην αρετή και «σπουδασταί της άνω δόξης». Χαρακτηριστικά τους ήταν η επιείκεια και η μετριοφροσύνη καθώς και η σωφροσύνη, αρετές οι οποίες τους είχαν κάνει αγαπητούς σε όλους τους συμπολίτες τους. Με την αγάπη και την φιλανθρωπία τους περιέθαλπαν τους ασθενείς και ελεούσαν τους πένητες. Η δε νύχτα ήταν αφιερωμένη στις προσευχές και τις δεήσεις προς τον Κύριον.

Οι ενάρετοι αυτοί άνθρωποι είχαν αποκτήσει οκτώ παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Αυτά δεν τα ανέτρεφαν μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά, γενόμενοι έτσι και νυμφαγωγοί εις Χριστόν. Το βαπτιστικό όνομα του Οσίου Γερμανού, ήταν Γεώργιος, ο οποίος ήταν ο τρίτος κατά σειρά από τα παιδιά, «μάλλον δε και πατήρ και διδάσκαλος έργοις αυτοίς τε και πράγμασιν ουκ αδελφών μόνον, αλλά και πατέρων…»[3]

Ο Γεώργιος δεν έπαιζε όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, αλλά όλες οι κινήσεις του ήταν γεμάτες ευταξία και απλότητα. Στις δε ομιλίες ήτο ολιγαρκής «ως αλλόγλωσσος εν ετερογλώσσοις εν γνώσει καθήμενος»[4]. Αυτά δεν τον έκαναν αντικοινωνικό, αλλά αντιθέτως τον διακατείχε ο πνευματικός νόμος της αγάπης. Ακόμα και στις ειρωνείες των συμμαθητών του, δεν απαντούσε, μην επιτρέποντας την οργή και τα περιττά λόγια να βλάψουν την ψυχή του. Έτσι, «νεκρός ήδη γεγονώς τω κόσμω και τον κόσμον εαυτόν σταυρώσας και πρεσβυτικήν ασκών αρετήν»[5] θαυμαζόταν από όλους.

Όταν επέστρεφε από το σχολείο μαζί με την μητέρα του ετοίμαζε φαγητό το οποίο μοίραζε στους φτωχούς που γνώριζε. Πολλάκις δε, τους έστρωνε ο ίδιος το τραπέζι με τα αγαθά που τους πήγαινε. Και αν κάποτε πεινούσε, ποτέ δεν έπαιρνε από αυτά που έδινε, υπομένοντας την πείνα έως ότου επέστρεφε στο σπίτι. Το δε φαγητό του ήταν πάντοτε το πιο άνοστο και σκληρό από αυτά που έτρωγε η οικογένειά του.

Τις νύκτες και μετά το βραδινό φαγητό ξάπλωνε μαζί με τα αδέλφια του. Προσποιείτο ότι κοιμόταν και αφού αντιλαμβανόταν ότι όλοι αποκοιμήθηκαν, σηκωνόταν με ησυχία και το υπόλοιπο της νύχτας «εις τας προς Θεόν ευχάς ανήλισκε και δεήσεις, ψαλμούς ιερούς μετά πολλής της κατανύξεως και της ηδονής άδων, συνεχώς τε κλίνων εις γην και χείρας και γόνυ και την εκείθεν επικαλούμενος επισκοπήν και επικουρίαν»[6]. Όταν δε κουραζόταν, ξάπλωνε στο έδαφος και αναπαυόταν.

Τέτοιοι ήταν οι αγώνες του μικρού Γεωργίου, οι οποίοι σε τίποτε δεν διέφεραν από τους αγώνες των μεγάλων και προδιέγραφαν τους ύστερους πνευματικούς καμάτους του.

 

Γνωριμία με τον Γέροντα Ιωάννη. Έξοδος εκ του κόσμου.

Σε μία από τις επισκέψεις του στις Μονές της περιοχής του, κατά θείαν συντυχίαν γνώρισε τον Γέροντα Ιωάννη από τον ιερόν Άθωνα, ο οποίος είχε φήμη μεγάλου ασκητού. Αμέσως του ζήτησε να τον πάρει μαζί του κατά την επιστροφή στο Άγιον Όρος, και να τον εντάξει στις τάξεις των μοναχών. Εκείνος δε ο μακάριος έχοντας δια του Αγίου Πνεύματος τους διορατικούς οφθαλμούς και γνωρίζοντας το μέλλον, αφού τον συμβούλευσε, τον προέτρεψε να επιστρέψει στα μαθήματα και την οικογένειά του, όπως και έγινε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από εκείνη τη συνάντηση και «τον ιερόν ο γενναίος Άθω καταλαμβάνει»[7] χωρίς να πάρει μαζί του τίποτε από τα εγκόσμια υλικά υπάρχοντά του. Εκεί έψαξε και βρήκε τον Γέροντά του Ιωάννη στα μέρη της Μονής Δοχειαρίου. Εκείνος άνοιξε την αγκαλιά του και τον δέχτηκε στην ταπεινή συνοδεία του.

 

Κουρά – Ασκητικοί αγώνες

Δεν πέρασε πολύς χρόνος και εκάρη μοναχός με το όνομα Γερμανός.

Οι νηστείες, οι αγρυπνίες και η υπακοή του νεαρού μοναχού ήταν πανθομολογούμενες και η ανάλογη εκτίμηση και σεβασμός τον διέκριναν μεταξύ των μοναχών. Ο δε Γέροντας Ιωάννης σε κανέναν άλλον, παρά στον Γερμανό δεν «αναπαυόταν» λόγω κυρίως της θαυμαστής υπακοής του. Πριν ακόμη τελειώσουν οι φράσεις της κλήσεως του Πατρός, ο Γερμανός στεκόταν μπροστά του ολοπροθύμως να εκτελέσει τις προσταγές του.

Αν και στο σώμα ήταν αδύναμος, παρ  ὅλα αυτά έκανε μεγάλες αποστάσεις με φορτίο στην πλάτη σε ελάχιστο χρόνο. Σ  αὐτὰ έμοιασε στον Γέροντά του, ο οποίος λέγεται ότι διήνυε την απόσταση Καρυές – Θεσσαλονίκη σε μία μέρα και Άγιον Όρος – Κωνσταντινούπολη σε τρεις!

Ο Ιωάννης συνήθιζε να πηγαίνει στην Μεγάλη Λαύρα του Βατοπαιδίου προς ωφέλειαν των εκείσε μοναχών. Μια φορά βρέθηκε μαζί του και ο Γερμανός, οπότε και συνέβη το εξής περιστατικό.

Ενώ είχε αρχίσει η ακολουθία του Όρθρου και θέλοντας να δείξει τον τύπο του αληθινού μοναχού, φωνάζει στο κέντρο του Καθολικού τον μαθητή του και τον προστάζει να βγάλει το ράσο του και σαν λαϊκός να διαβάσει το προσήκον ανάγνωσμα. Ο δε παραυτίκα «ανενδοιάστως εποίει» και στάθηκε ανάμεσα «της ιεράς εκείνης συναγωγής». Αφού προκλήθηκε θόρυβος, ο Ιωάννης παίρνει τον λόγο και λέει[8]: «Αλλ  οὐ μοναχός ούτος… ουδέ της ιεράς εκείνης τελετής και του μυστηρίου το παράπαν ηξιωμένος» ταπεινώνοντας τον μαθητή του, ο οποίος διόλου δεν ταράχθηκε αλλά έδειχνε χαρούμενος με τον εξευτελισμό και «θείας ωσπερεί πλάκας και νόμους άνωθεν κατιόντας εδέξατο τους εκείνου λόγους». «Ούτω τα κατ  αὐτὸν ωφελείας ην μεστά πάντα και κανών τις και τύπος αρετής παντοίας τοις πάσιν εν άπασιν ην, ορώμενός τε και ακουόμενος».

Πέντε χρόνια είχαν ήδη περάσει δίπλα στον μέγα εκείνο Ιωάννη, ασκούμενος στην καλή υπακοή. Και ενώ πάλι ο Γέροντας είχε μεταβεί στην Θεσσαλονίκη, Θεού κρίμασι, γύρω στο 1275 μαρτυρεί δια σφαγής εκεί μαζί με έναν μαθητή του Γρηγόριο.

«Πενθεί μεν ο καλός μαθητής και φίλος τον καλόν πατέρα τε και μυσταγωγόν και την εκείνου ζημίαν τε και την στέρησιν αποδύρεται»[9].

Ο όσιος δεν αφήνει τον εαυτό του εκτός υπακοής και υποτάσσεται στον Γέροντα Ιώβ, «τον απαράμιλλον μεν την της ψυχής ανδρείαν… ρωμαλέον δε και καρτερικόν εν τοις της ασκήσεως πόνοις…»[10].

Μαζί με τον Ιώβ έρχονται στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας και στο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου. Εκεί ακολούθησαν τον βίο πολλών παλαιοτέρων αγωνιστών του πνεύματος και εν πολλοίς τους ξεπέρασαν «εν τοις κατά Θεόν κατορθώμασι». Τόση ήταν η εγκράτειά τους ώστε όχι μόνο να απέχουν από τα εύγευστα φαγητά, αλλά και αυτόν ακόμη τον ξηραμένο άρτο και τα μισοβρεγμένα όσπρια να τρώγουν με πολύ μέτρο.

 

Ηγούμενος της Λαύρας

Βλέποντας οι πατέρες την μεγάλη αρετή του Οσίου Γερμανού «βιάζονται τον γενναίον την της Λαύρας αρχήν και την πνευματικήν ομού και την σωματικήν αυτής πάσαν υπελθείν προστασίαν»[11]. Και μετά από τις παρακλήσεις και πολλή δική του σκέψη κάμπτεται και δέχεται την ηγουμενία γνωρίζοντας καλά ότι τέτοιες θυσίες χρειάζονται περισπασμούς διοικητικούς και κοινωνικούς.

Αν και ηγούμενος, ποτέ δεν ζήτησε συνοδούς στις οδοιπορίες του, ούτε καν άλογο για την ανάπαυσή του. Αλλά συχνά επισκεπτόταν το αγαπημένο σπήλαιο κάνοντας τις συνήθεις προσευχές και μετάνοιες. Ήτο δε μονοχίτων. Συνεχώς κήρυττε ότι δεν χρειάζεται να προσκολλούμεθα στις ανέσεις της παρούσης ζωής, αλλά να ατενίζουμε την μέλλουσα και να σταυρώνουμε τα πάθη μας για χάρη του ηγαπημένου Ιησού. Ζητούσε απ  ὅλους να διακονούν με ταπείνωση τον πάσχοντα αδελφό, όπως έκανε και ο Κύριος νίπτοντας τους πόδας των μαθητών. «Ο θέλων είναι πρώτος, έστω πάντων έσχατος». Με τέτοια λόγια ωφελούσε νύχτα και ημέρα τους μοναχούς του, τους οποίους διοικούσε με τον νόμο της αγάπης. Ανοίγοντας την πατρική του αγκαλιά οικονομούσε και τους προχωρημένους στην άσκηση και τους ραθύμους. Η δε φήμη του δεν άργησε να φέρνει καθημερινώς πολλούς μοναχούς απ  ὅλο το Άγιον Όρος προς αυτόν για παραμυθία ψυχική και εξαγόρευση λογισμών. Αυτός όμως από την πολλή ευλάβεια και μετριοφροσύνη «ανάξιον εαυτόν είναι λέγων ψυχής το παράπαν αναδέξασθαι προστασίαν».

 

Θαύματα του Οσίου

Δύο θαυμαστά γεγονότα διαβάζουμε στον βίο του Οσίου. Κάποια ημέρα ο υποτακτικός του Ιωαννίκιος είχε βγει έξω από το σπήλαιο για να κόψει ξύλα. Εκεί και χωρίς να το καταλάβει, φτάνει στην άκρη του γκρεμού. Βλέποντας το αχανές του γκρεμού και την θάλασσα, κυριεύεται από σκοτοδίνη. Και μη μπορώντας να κινηθεί προς τα πίσω σκέφθηκε τον Γέροντά του ως την μοναδική άγκυρα ελπίδας. Ο όσιος Γερμανός εκείνη την ώρα, χωρίς να γνωρίζει τα τεκταινόμενα, προσευχόταν εντός του σπηλαίου. Και ω του θαύματος! βλέπει νοερώς ότι πλησιάζει τον μαθητή του και κρατώντας το χέρι του τον τραβά με ασφάλεια προς τα πίσω και έτσι τον σώζει από βέβαιο θάνατο. Αυτό το μεγάλο θαύμα διηγήθηκε ο ίδιος ο διασωθείς μαθητής του Οσίου.

Άλλοτε τον επισκέφθηκε ο κατά σάρκα αδελφός του Ανδρόνικος[12]. Ερχόμενος από την Θεσσαλονίκη στον Άθωνα έπιασε τον γιο του υψηλός πυρετός. Φτάνοντας στη Μονή Καρακάλλου, ο πυρετός αυξάνει. Ο πατέρας απεγνωσμένος, φεύγει βιαστικά προς την Μεγίστη Λαύρα, όπου βρίσκει τον Όσιο αδελφό του στην πάλαι ποτέ Μονή των Βουλευτηρίων. Πέφτοντας στα πόδια του, του εξηγεί την συμφορά του και τον παρακαλεί για την σωτηρία του παιδιού και ανηψιού του. Ο Όσιος κάμπτεται και τους ακολουθεί πεζοπόρος.

Φτάνοντας στην Μονή Καρακάλλου «ευρίσκει μεν εκείνον ήδη κατειργασμένον τω πάθει και μηδέ φθέγγεσθαι μηδέ την γλώτταν κινείν το παράπαν δυνάμενον»[13]. Ο Όσιος βλέποντας το παιδί και θέλοντας να τους δοκιμάσει λέει: «Τι ωραία ευκαιρία να απαλλαγεί του κόσμου τούτου και να δώσει καθαρή την ψυχή του στον Κύριο!». Ο δε ηγούμενος της Μονής ξαφνιασμένος απάντησε· «μην επιτρέψεις, πάτερ, να γίνει αυτό, αλλά προσευχήσου στον Κύριο να τον απαλλάξει της συμφοράς!». Με τέτοια λόγια ο ηγούμενος προσπαθούσε να πείσει τον Όσιο και εκείνος υπακούοντας, όπως είπε, κάμπτεται και «της κεφαλής ευθύς αψάμενος του παιδός και συνδάκρυς όλος εις ουρανόν απιδών, και την άνωθεν αρωγήν επικαλεσάμενος όλη και διανοία και γλώσση, όλον υγιά παραχρήμα τον πάσχοντα δείκνυσιν»[14]. Το παιδί σαν από ύπνο σηκώθηκε ευθύς και έφαγε και μιλούσε με ευθυμία σαν να μην είχε συμβεί κάτι. Μάλιστα μετά από λίγο ανέβηκε μαζί με τον πατέρα του στο άλογο, χαρούμενος.

Το θαύμα εξέπληξε τους παρόντες, ο δε Όσιος απέδωσε το θαύμα στον Κύριο. Για να μην δε εισπράξει τις τιμές των ανθρώπων, έφυγε ευθύς για το ασκητήριό του.

 

Οσίου Σάββα του Βατοπεδινού γνώμη

Επειδή πάντοτε η γνώμη ενός Αγίου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, να τι είχε πει για τον Όσιό μας, ο Όσιος Σάββας ο Βατοπεδινός (+1349), σύγχρονος του Γερμανού, του οποίου την βιογραφία[15] επίσης έγραψε ο όσιος Φιλόθεος ο Κόκκινος.

«… των ουρανών ήδη και των απογεγραμμένων εκεί μέγας πολίτης, Γερμανός ο θείος, Αντώνιός εστιν νυν εν ημίν άλλος ο μέγας· ου την πολιτείαν φημί και την της αρετής άσκησιν μόνον, αλλά και την καθαρότητα της καρδίας και την ενοικούσαν αυτή του Πνεύματος χάριν τε και σοφίαν.»[16]

 

Μαρτυρία μαθητού του[17]

«Το δε της διδασκαλίας άφθονόν τε και ήδιστον, νύκτωρ τε και μεθ  ἡμέραν κατά ταυτά της θείας αποβλύζον γλώττης εκείνης, και πάσαν μεν παλαιάν τε και νέαν γραφήν, πάντας δε των αρίστων ανδρών βίους και τύπους διεξιόν του καθ  ἡμᾶς βίου, προς πάντας δε πεφυκός ωσανεί τι και ηρμοσμένον, σοφούς τε φημι και αγροίκους, υψηλούς τε και ταπεινούς, ως έκαστον, του καταλλήλου και προς αξίαν μετέχοντα, μεγίστης και της ηδονής απολαύειν εκείθεν συνάμα τη κατά ψυχήν ωφελεία, τις ουκ αν είπη της του Πνεύματος χάριτος είναι και της θείας πηγής εκείνης του σωτηρίου, ο δη μετ  εὐφροσύνης και ούτος αντλήσας είπερ τις εφάνη κατά τον μέγαν ειπείν Ησαΐαν; Ει δε δει τι και περί προσευχής ειπείν, των απορρήτων δηλαδή και αφανεστέρων εκείνου, μάρτυς κακείνων ο αυτός φίλος τε και φοιτητής αύθις, όλως εξεστηκότα τινά και ηλλοιωμένον αυτόν πολλάκις ιδών εν ταις προς Θεόν νοεραίς ευχαίς και ταις ομιλίαις. Έλεγε γαρ ως επισταίη μεν πολλάκις αωρί των νυκτών ως έθος τω εκείνου οικίσκω, εν χρω δε της θύρας γενόμενος και τον οφθαλμόν δια τινος οπής απερείσας των ένδον, επεί τον μέγαν ίδοι τας μεν χείρας προς ουρανόν έχοντα τεταμένας, όλον δ  ἐξεστηκότα εαυτού και τω νω προς Θεόν δια προσευχής εκδεδημηκότα προσμένειν επί πολύ το της θείας ομιλίας και της ενώσεως τέλος εκείνης· της δε μη ληγούσης, μηδέ της θείας αλλοιώσεως ανθρωπίνην αλλοίωσίν τινα και σχολήν δεχομένης, αναγκασθήναι πολλάκις εκείνον και διακόψαι, κόψαντα την θύραν και εισελθόντα συνήθως. «Οπηνίκα και τω προσώπω», φησίν, «ενατενίζων εκείνου, ποτέ μεν ως από καμίνου πυρός ώσπερ εκπυρωθέν έξω φύσεως ανθρωπείας εώρων, ποτέ δ  αὖθις όλον αστράπτον τε και πεφωτισμένον, οιονεί τινος αίγλης απορρήτου και μαρμαρυγής κατακεχυμένης εκείνου και θείας τινός ευφροσύνης και θυμηδίας αλλά δη και ευωδίας αρρήτου πληρούσης όλον τον μέγαν. Δακρύων γε μην και κατανύξεως περί τι χρη και λέγειν, όπου γε πας μεν ο βίος εκείνω κατάνυξίς τε και πένθος ην, μηδενός των ηδέων αυτού ποτε το παράπαν μηδ  ακοῇ μετασχείν τέως ανασχομένου, ου μάλλον ή οι μακροίς πρότερον χρόνοις απογεγονότες τω βίω. Το δάκρυον δε καθ  ἑαυτὸ νύκτωρ τε και μεθ  ἡμέραν αστακτί των οφθαλμών αποβλύζον, ως παρειάς εκείνου και πρόσωπα διάβροχα καθ  ἑκάστην οράσθαι, πάντας επειράτο λανθάνειν, ως μηδέ γελάν εξ ίσου μηδέ κλαίειν εκείνον παρ  οἱστισινοῦν έστιν ότε νομίζεσθαι, ότι μη πάσα ανάγκη πένθους τινός αφορμής εν τω κοινώ δηλαδή προκειμένης.

Ο μεν ουν ούτω βιους και μετά τοσούτων και τηλικούτων των υπέρ αρετής υπερφυών αγώνων τε και ιδρώτων».

 

Η κοίμηση του Οσίου

Έτσι εβίωσε ο Όσιος Γερμανός. Σε ηλικία 84 ετών, το 1336, αφού ασθένησε για λίγο, ψάλλοντας και προσευχόμενος άφησε την κατάλευκη ψυχή του στον Κύριο που αγάπησε με πάθος.

Ημάς δε, Όσιε, μη διαλείπεις να εποπτεύεις άνωθεν, τους μεν έξωθεν πειρασμούς και τις περιστάσεις διαλύοντας, πατρικώς δε προς τα σωτήρια καθ  ἑκάστην να μας οδηγείς δια των πρεσβειών σου.

«Εν δε γε τω μέλλοντι, της επιφανείας της σης μακαρίας τε και φιλανθρώπου και ψυχής και χάριτος ες αύθις αναδείξεις αξίους…τω μεγίστω και φιλανθρώπω παρεστώς Δεσπότη…ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

 

Σημειώσεις

[1] Προμετωπίδα χειρογράφου 590 της Μονής Ιβήρων.

[2] Τσάμη Δ., Ανάτυπο Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σελ. 110, 1981

[3] οπ. βλ. σελ. 112

[4] οπ. βλ. σελ. 113.

[5] οπ. βλ. σελ. 115.

[6] οπ. βλ. σελ. 117.

[7] οπ. βλ. σελ. 122.

[8] ο.π., βλ. σελ. 126.

[9] ο.π., βλ. σελ. 133.

[10] ο.π., βλ. σελ. 134.

[11] ο.π., βλ. σελ. 136.

[12] Αργότερα έγινε και αυτός μοναχός.

[13] οπ. βλ. σελ. 150.

[14] οπ. βλ. σελ. 151.

[15] Βίος του Αγίου Σάββα του Βατοπαιδινού, του δια Χριστόν Σαλού (Ψ.Β. 11), Ι.Μ.Βατοπαιδίου, Αγ. Ορος, 2000

[16] ο.π., βλ. σελ. 152.

[17] ο.π., βλ. σελ. 168.

Πηγή: agioritikesmnimes.blogspot.gr  –users.uoa.gr 

Αρέσει σε %d bloggers: