Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η υπηρέτρα

papadiamantis2-jpg_170906Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους… η δεκαοκταέτις κόρη, το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή νοστιμούλα, εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.

 

Ο πατήρ της, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γίνη πορθμεύς εις το γήρας του, είχεν επιβή της λέμβου του, περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς  προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ’ ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη. Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι’ ενός τοίχου, εμάλωσε και αυτή μαζύ της δια δύο στρέμματα αγρού, και δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεανίς εκάθισε πλησίον του πυρός, το οποίον είχεν ανάψει εις την εστίαν, περιμένουσα τον πατέρα της, και εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον, εις τα φαιδρά άσματα των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να έλθη.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Φύτευε…..κι ας μη ξέρεις πότε θα απολαύσεις τους καρπούς

Σε μία όαση κρυμμένη μέσα στα πιο απόμακρα τοπία της ερήμου, ο γέρος Ελιάου ήταν γονατισμένος δίπλα σε μερικές χουρμαδιές.

Ο γείτονας του, ο Χακίμ, ένας πλούσιος έμπορος, σταμάτησε στην όαση για να πιουν νερό οι καμήλες του και είδε τον Ελιάου να ιδρώνει σκάβοντας στην άμμο.

-Τι νέα, γέροντα; Ειρήνη σ’ εσένα.

-Και σ’ εσένα, αποκρίθηκε ο Ελιάου χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.

-Τι κάνεις εδώ, μ’ αυτή τη ζέστη και με το φτυάρι στα χέρια;

-Φυτεύω, αποκρίθηκε ο γέρος.

-Μα τι φυτεύεις εδώ, Ελιάου; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ένας αριθμός ή Δεσποινίς Ιουλία

images (6)Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν… Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα.

..

– Για σαράντα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου (α)

Ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα σ΄αυτή την άλλη γής, μέσα στο εκθαμβτικό φώς μια λιόλουστης μέρα, όμορφης σαν τον παράδεισο.

Μου φαινότανε σα να βρισκόμουν σ’ένα απο κείνα τα νησάκια του ελληνικού αρχιπέλαγου της γής μας· η κάπου αλλού στα ερείπια μια ηπείρου κοντά στο αρχιπέλαγο.

Σ’εκείνα τα μέρη, όλα είτανε ακριβώς όπως και σε μάς, κι όμας όλα αχτινοβολούσανε με μια σοβαρή κι επίσημη χαρά, που έφτανε ως το υπέρχο.Μια σμαραχδένια θάλασσα έσκαζε απαλά στην ακρογιαλιά, χαιδεύοντας την με φανερή, σαρκική και σχεδόν συνειδητή αγάπη.

Δέντρα με θαυμαστά κλωνάρια ορθώνονταν μ’όλο τον οργιώδη χυμό τους και τ’ αναρίθμητα φυλαρράκια τους, κι είμαι βέβαιος πως με χαιρετούσανε ερωτόλογα, Το λιβάδι αστραφτοκοπούσε με τη φλογερή και χυμώδη άνθηση του. Τα πουλιά σκίζανε σμήνη- σμήνη τον αέρα, κι ερχόνταν άφοβα ν’ ακουμπήσουνε στου ώμους και στα χέρια μου με χαρούμενα φτεροκοπήματα. Ύστερα, είδα επιτέλους και τους κατοίκους αυτής της ,μακάριας, γής.

Ήρθανε μόνοι τους κοντά μου , με περιτριγύρισαν και με φιλούσαν. Παιδιά του ήλια, παιδιά του ήλιου τους – ώ! Τι ωραίοι που ήταν! Ποτές στη γής μας δεν είχα δεί τόση ομορφιά στον άνθρωπο! Μόνο στα παιδιά μας και μάλιστα στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, μπορούσε να διακρίνης κατι σα μια μακρυνή αντάυγεια, μα πολύ εξασθενημένη αυτής της ομορφιάς. Τα μάτια αυτών των μακάριων λάμπανε ολοκάθαρα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το Σπουργίτι

Τουργκένιεφ Ι.Σ.

Γύριζα απ’ το κυνήγι, τραβώντας από µιά δεντροστοιχία του κήπου. Το σκυλί έτρεχε µπροστά µου. Άξαφνα τα βήµατά του έγιναν πιο αργά και φαινόταν σα να παραµόνευε κάτι. Κοίταξα καλά και είδα ένα σπουργιτάκι µέ κιτρινωπό χρώµα κοντά στο ράµφος του και µέ πούπουλο στο κεφαλάκι του. Είχε πέσει απ’ τη φωλιά του. Ο αγέρας κουνούσε δυνατά τις σηµύδες του κήπου. Το σπουργιτάκι καθόταν ακίνητο µ’ απλωµένες τις φτερούγες του, που µόλις άρχισαν να µεγαλώνουν, δεν µπορούσε όµως να πετάξει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »