Περί Αγίου Βαλεντίνου ο λόγος

Valentine (Ο Ορθόδοξος Άγιος Βαλεντίνος)

Η 14η του μηνός Φεβρουάριου φέρεται ως μέρα μνήμης αγίου επ’ ονόματι Βαλεντίνου, προστάτη των ερωτευμένων.

Καθιερώθηκε ως μέρα του έρωτα και όλων των ειδών και ποιοτήτων ερωτευμένοι σπεύδουν να εκφράσουν αγωνιωδώς και πολυτρόπως τα αισθήματα τους προς τους ερωτικούς τους συντρόφους. Πολλά λέγονται για το πρόσωπο του μυστηριώδους Αγίου Βαλεντίνου.

Η Ορθοδοξία τον αγνοεί.

Είναι αλήθεια ότι δεν αναφέρεται στα μαρτυρολόγια ή συναξάρια.

Ωστόσο, άλλες δυτικές μαρτυρίες τον θέλουν να έχει ζήσει στη Ρώμη τον 3° αί. μ.Χ., να ήταν ιερέας και αντίθετα από τις διαταγές του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να πάντρευε κρυφά τους χριστιανούς και έτσι να μαρτύρησε.

Το πιο σημαντικό της όλης υπόθεσης, κατ’ εμέ, δεν είναι το αν υπήρξε ή όχι ο συγκεκριμένος Άγιος.

Είναι αλήθεια ότι ο Θεός γνωρίζει πολλούς αγίους που εμείς αγνοούμε.

Επίσης πολλοί τοπικοί άγιοι αγνοούνται από τα συναξάρια.

Δεν είναι αυτό το θέμα.

Λύπη μας προξενεί ο τρόπος εορτής και τιμής του συγκεκριμένου αγίου.

Κάθε άγιος μαρτυρεί με τη ζωή και το αίμα του την αγάπη του για τον Χριστό. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Γέρο Υπάτιος ο Γρηγοριάτης

1_9… Δέν μπορῶ νά μή μνημονεύσω καί τόν Γέρο ῾Υπάτιο, γιά νά γνωρίσουν οἱ μεταγενέστεροι καί αὐτοῦ τήν μεγάλη προσωπικότητα.
Γεννήθηκε στό χωριό Κοσμᾶς τῆς Κυνουρίας τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας τό 1892. Τό ὄνομά του ἦταν Γεώργιος Ρόρης τοῦ Δημητρίου. Στήν νεανική του ἡλικία ἔφυγε γιά τήν Ἀμερική νά εὕρῃ καλλίτερη ζωή. ῾Ο πόθος του ὅμως γιά μοναχική ἀφιέρωσι τοῦ κατέτρωγε τά στήθη καί τέσσαρες φορές πηγαινοερχόταν Ἀμερική-῾Ελλάδα. Τήν τελευταία φορά ἔμεινε στήν Ἀμερική μόνον 13 ἡμέρες.
Ἐκεῖ μέ κάποιο θεῖο του εἶχαν ζαχαροπλαστεῖο, καί ἔβγαζαν ἀρκετά χρήματα. ῞Οταν λοιπόν ἔμαθε ὁ θεῖος του, ὅτι ὁ Γιῶργος, θά φύγῃ καί πάλι γιά τήν ῾Ελλάδα, χωρίς νά ὑπάρχουν ἐλπίδες ὅτι θά ξαναγυρίσῃ, δέν τοῦ ἔδινε χρήματα γιά τό ταξείδι καί συνεχῶς τοῦ προκαλοῦσε ἐμπόδια. ῾Ο Γιώργης ὅμως δέν κάμπτετται εὔκολα, καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν τόν ἐγκαταλείπει. Πηγαίνει στό λιμάνι καί εὑρίσκει τόν πλοίαρχο ἑνός πλοίου πού ἔφευγε σέ λίγο γιά τήν ῾Ελλάδα. Τότε τά ταξείδια στό ἐξωτερικό ἦταν ἐλεύθερα καί δέν χρειαζόταν διαβατήρια καί ἄλλες διαδικασίες. Παρακαλεῖ τόν πλοίαρχον λοιπόν, νά τόν πάρη μαζί του καί σ᾿ ὅλο τό διάστημα μέχρι τήν ῾Ελλάδα, θά ἐργασθῇ μέσα στό πλοῖο του, ὡς μάγειρος καί ζαχαροπλάστης. ῾Ο πλοίαρχος, ὄχι μόνον μέ ἐνθουσιασμό τόν ἐπῆρε, ἀλλά καί τόν εὐγνωμονοῦσε γιά τά καλά φαγητά καί γλυκά πού παρασκεύαζε γιά τούς ταξειδιῶτες καί τό προσωπικό. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο βατοπαιδινός Άγιος Ιγνάτιος Μαριουπόλεως – ένας μικρός Μωυσής (με φωτογραφικό υλικό)

 

Γεννήθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα στο νησί Θέρμη. Μάλλον πρόκειται για το νησί των Κυκλάδων Κύθνο, πού ονομαζόταν και Θερμιά, λόγω των εκεί θερμών ιαματικών πηγών. Ήταν γόνος της γνωστής και ευσεβούς οικογενείας Γεζεδινού.

Νέος μετέβη στο Άγιον Όρος. Στη μονή Βατοπαιδίου Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Άγιος Ρωμανός, ο πρίγκηπας (+ 3 Φεβρουαρίου)

sf-roman-cneaz-de-uglici-1-1
Ήταν γιός του ηγεμόνα Βλαδιμήρου και της Φωτεινής του Ούγκλιτς και ανηψιός του Αγίου Βασιλείου του Ροστώβ(+4 Μαρτίου).
Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1235 και από μικρός είχε κλίση προς την προσευχή,την υπακοή προς τους γονείς και την ανάγνωση της Αγίας Γραφής. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Άγιος ιερομάρτυς Νικόδημος του Μπέλγκοροντ [άφθαρτο λείψανο] (+ 10 Ιανουαρίου 1919)


Άγιος ιεράρχης Νικόδημος του Μπέλγκοροντ1Ο Άγιος Νικόδημος(Κονόνοβ) μητροπολίτης Μπέλγκοροντ γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1871 στην επαρχία Αρχαγγέλσκ στην οικογένεια του ιερέως Μιχαήλ.Αποφοίτησε την Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης το 1896.Ήταν συγγραφέας πολλών βιβλίων τα οποία αναφέρονται σε ασκητές της περιοχής του Αρχαγγελσκ και του Ολονέτς,αλλά και του Σολοβέτς.Συνέταξε τον ακάθιστο ύμνο προς τιμήν του Αγ.Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Χριστούγεννα στο Άγιον Όρος († Μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτου)

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70031

+Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης

Στις ψυχές των τελείων τέκνων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές μετουσιώνονται σε μεγάλες πνευματικές χαρές, γιατί γίνονται ανεξάντλητες πηγές ύμνων θείων ερώτων, θερμότατης ευγνωμοσύνης και απείρου ευχαριστίας, για όσα ο Θεός εδωροφόρησεν αγαθά στους ανθρώπους από τότε που «εφανερώθη εν σαρκί».

Συγκεκριμένα οι Μοναχοί γενικά και ειδικά στο Άγιον Όρος του Άθω, εορτάζουν την Γέννηση του Θεού Λόγου σχεδόν κάθε ημέρα, δηλαδή σε όλον τον κύκλο του λεγομένου θεολογικώς λειτουργικού χρόνου, χάρις στις νυχθήμερες ιερές Ακολουθίες.

Πράγματι, στις αδιάλειπτες λατρείες που επιτελούνται στις βυζαντινές Μονές, στις Σκήτες, στα Καλύβια και τα ιερά Ησυχαστήρια, κατά τις θειες λειτουργίες, τους μυσταγωγικά ιλαρούς Εσπερινούς και τα κατανυκτικά Απόδειπνα, αλλά και στις ατομικές προσευχές των Μοναχών, ψάλλονται τροπάρια, Απολυτίκια και Κοντάκια και διαβάζονται θεολογικές Ευχές, που ως κέντρο έχουν την Σάρκωση του Θεού και την σωτηρία του κόσμου.

Και οι Μοναχοί, σε ένα ποικίλο μέτρο δεκτικότητας, κατά αναλογία με τις προσωπικές προϋποθέσεις και την άθλησή τους, ανανεώνουν συνεχώς στις ψυχές τους την μνήμη του υπερφυούς γεγονότος της Ενανθρωπήσεως. Και η μνήμη αυτή μεταποιείται σε πνευματική αίσθηση σε όσους έφθασαν στο μέτρο αυτό. Γι’ αυτό και μελετούν το βάθος και την άπειρη αγάπη του Θεού προς τους «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» πλασθέντας ανθρώπους και «εν συνοχή καρδίας» υμνολογούν, ευγνωμονούντες την υπερύμνητη αγαθότητά Του.

Κατά την ήμερα των Χριστουγέννων λοιπόν οι μονάζοντες είναι προετοιμασμένοι για την υποδοχή του Θείου Βρέφους, ώστε με μέθεξη ψυχική, με νουν μετατάρσιο και με «καιομένας τας καρδίας» να ψάλλουν ενθέως την δόξα του εν υψίστοις Θεού, ορώντες «θεωρητικώς» ή εκστατι­κά το «Μυστήριον το ξένον και παράδοξον» και, συνεπαρμένοι από την μυστική θέα των αθεάτων και νοητών κόσμων, να βλέπουν νοητά και εν πίστει σαν «θρόνον χερουβικόν την Παρθένον» και την Φάτνη ως «χωρίον εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος. Χριστός ο Θεός…».

Για όλα αυτά, δεν θα ήταν μια απλή έκφραση, εάν ελέγαμε ότι ο Χριστός γεννάται αχρόνως στις καρδιές εκείνων των χριστιανών, Μοναχών και λαϊκών και κληρικών, «όσοις έπνευσεν η θεόρρυτος χάρις» και είναι «λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι, πάσχοντες οθνείαν αλλοίωσιν ευπρεπέστατην», ανεξάρτητα από την κυριώνυμη εορτή της Γεννήσεως Του.

Πόσο ωραία και πόσο θελκτική είναι εκείνη η πνευματική εμπειρία, που αναφέρει ο μεγάλος εκείνος Μυστικός θεολόγος άγιος Διάδοχος, Επίσκοπος Φωτικής, ότι αισθανόμεθα μέσα στις καρδιές μας «σκιρτήματα βρεφοπρεπή», κατά τον καιρό της επικλήσεως του ονόματος του Κυρίου Ιησού, με την ενέργεια της «νοεράς προσευχής»! Αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει και όταν μεταλαμβάνωμεν ακατακρίτως σχετικά, γεγονός που τεκμηριώνει «εν πληροφορία», ότι ελάβαμε Πνεύμα άγιον, «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον»;

Αληθινά, λοιπόν, Χριστούγεννα επιτελούν, κατά τρόπον ουσιαστικό και πνευματικό, όσοι αισθάνονται στις καρδιές τους την Γέννηση του Κυρίου Ιησού. Αλλοίμονο όμως σ’ εκείνους που περιμένουν την 25ην του Δεκεμβρίου για να συνειδητοποιήσουν τη Σάρκωση του Θεού Λόγου. Αλλά είτε κλητοί είμεθα, είτε εκλεκτοί -Κύριος οίδε – σαν Ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε, με τη χάρη και το έλεος του Χριστού, ενσωματωθεί στην αγία Εκκλησία Του, που είναι οντολογικά και πραγματικά αυτό τούτο το θεανθρώπινο Σώμα του Ιησού Χριστού.

Επομένως όλες τις Δεσποτικές εορτές τις αισθανόμε­θα σαν επί μέρους φάσεις του ενός ακεραίου Απολυτρωτικού έργου, σαν συντελεσθείσα αιώνια σωτηρία και σαν δυνατότητα μετοχής σ’ ολόκληρη την μεταμορφωθείσα φύση και κτίση. Γι’ αυτό και την Γέννηση του Κυρίου την εννοούμε και την αινούμεν ως μέρος του όλου και σαν όλον. Και σαν απαρχή της λυτρώσεως, αλλά και ως τελειωθείσα λύτρωση.

Άλλωστε είναι γνωστόν, ότι η μεγίστη των Δεσποτικών εορτών στην Ορθοδοξία δεν είναι η Γέννηση, όπως συμβαίνει στη Δύση, αλλά το Πάσχα, η αγία Ανάσταση του Χριστού, μέσα στο φως της οποίας καταλάμπονται τα σύμπαντα, «ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», ως «της αναστάσεως την πείραν ειληφότα».

Όπως σ’ ολόκληρη την Ορθοδοξία έτσι και στο Άγιον Όρος, η προετοιμασία των Μοναχών αρχίζει με αγνιστικές νηστείες από τις 15 Νοεμβρίου. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι ψυχές των μονοτρόπων μυσταγωγούνται στο Μυστήριο της Γεννήσεως με τους εισαγωγικούς Ύμνους, με τα Καθίσματα, τα Τριώδια των Αποδείπνων, τις μελίρρυτες Καταβασίες και με τους εξαίσιους Ασματικούς Κανόνες, που κορυφώνονται στις Μεγάλες Ώρες της προπαραμονής. Έτσι, με όλα τα υμνολογικά αριστουργήματα της ποιητικής γραμματείας της Ορθοδοξίας. που καλύπτουν τις θείες διαστάσεις της Ενανθρωπήσεως του Θεού, οι μονάζοντες ζουν σε ένα κλίμα λειτουργικής συμμετοχής ως ιερουργούμενοι στο ανήκουστο Μυστήριο, ουρανοφάντορες, μυούμενοι στην υπέρ φύση Αποκάλυψη. Αυτά όλα, βέβαια, όπως ήδη είπαμε βιούνται σε ένα διάφορο μέτρο γνώσεως και εφέσεως, κατά τη δεκτικότητα και το σκεύος εκάστου, αλλά και το μέτρο που χορηγεί η άκτιστη χάρις.

_1_~1

Σε όλες τις βυζαντινές Μονές, τις ιερές Σκήτες, τα Ερημητήρια και τις θεόκτιστες Καλύβες η τυπική τάξη φυσικά διαφέρει, αφού οι δύο τελευταίες μορφές ασκητικής ακολουθούν μεθόδους που υπερβαίνουν τον τύπο και την τάξη. Αλλά στις δύο πρώτες, κατά την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται το καθιερωμένο άγιον Ευχέλαιο «εις ίασιν ψυχής και σώματος» και ακολουθεί ο Μέγας Εσπερινός με τη θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, όπου διαβάζονται οι δεκαπέντε Προφητείες, που αναφέρονται με σύμβολα και άλλες με σαφείς προφητικές υποτυπώσεις στην ενανθρώπηση του Θεού.

Στη συνέχεια, αφού όλοι, με λειτουργική τάξη, μεταλάβουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, που σαρκώθηκε ακριβώς για να ενωθεί ασυγχύτως και αδιαιρέτως με «των χειρών του το πλαστούργημα» και να το θεώσει, απέρχονται στην απέριττη κοινή Τράπεζα. Και μετά τρίωρη ανάπαυση, οι έκτος κόσμου Μοναχοί, επανέρχονται στον ιερό Ναό για την ολονύχτια αγρυπνία, που αρχίζει από την Λιτή, όπου ψάλλονται «μετά μέλους» οι θεολογικώτατοι Ύμνοι της Δεσποτικής εορτής.

Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία, αποβαίνει αληθινή μυσταγωγία των πιο υψηλών θεολογικών και πνευματικών εμπειριών. Νομίζει κανείς, ότι Άγγελοι Κυρίου επεδήμησαν εξ ουρανού και συμψάλλουν εναρμόνια μελωδήματα με τους αποδήμους του κόσμου ορεσιτρόφους Μοναχούς και ότι η θριαμβεύουσα στον ουράνιο κόσμον Εκκλησία, σε μια λειτουργική Σύναξη με τους ερημικούς και αρνησικόσμους χριστιανούς, υμνολογούν κατά την ιερή νύχτα της Γεννήσεως του Χριστού: «Ο ουρανός και η γη, σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε…».

Xristougenna-sto-Agio-Oros

Και πραγματικά, μέσα στον λαμπρότατο, υποβλητικότητα και κατανυκτικό βυζαντινό διάκοσμο και υπό τις ποικιλόχρωμες ανταύγειες, που διαχέουν τα ακτινοβολούντα πολύφωτα των στιλβωμένων πολυελαίων, τα τοιχογραφημένα πρόσωπα των Αγίων – που «ιστόρησεν» ο εμπνευσμένος χρωστήρας της Κρητικής ή Μακεδονικής Σχολής – παίρνουν μια τέτοια έκφραση, που οι θεώμενοι Μοναχοί να αισθάνονται ότι είναι ζωντανά μαζί τους. Και, όπως διατελούν στην μεταρσίωση αυτή, να βλέπουν εκστατικοί μπροστά τους, όπως στέκονται στο στασίδι τους με μεταστοιχειωμένη την ψυχή, Αποστόλους, Προφήτες, Μάρτυρες, Ιεράρχες, Οσίους Ασκητές και Ησυχαστές, αυτήν την Θεοτόκον μέσα στο πάνσεπτο Σπήλαιο πλησίον του Θείου Βρέφους Της, που έχει η ίδια ανακλίνει ως Λόγο σαρκωμένο στη Φάτνη των αλόγων ζώων και που πλαισιώνονται από τους Αγγέλους και τους ποιμένες – όπως αποδίδει η βυζαντινή Αγιογραφία τη Γέννηση του Χριστού – με έκφραση απείρου αγαλλιάσεως, όλους συμμετέχοντας με την παρουσία τους στους θείους ύμνους…

Οι υμνολογίες συνεχίζονται, οι προσευχές διάπυρες ανεβαίνουν προς τον Κύριον, τα πρόσωπα των μοναστών αστράφτουν από μυστική χαρά για την ελπιζομένη και επιδιωκόμενη θέωσή τους. Τις μεστές δογματικού και θεολογικού περιεχομένου Ωδές, ακολουθούν τα πνευματικότατα Μεγαλυνάρια και η γλυκύτατη Εννάτη Ωδή της Θεοτόκου – μια Ωδή Χαράς αρρήτου, μπροστά στην οποία – ας μου επιτραπεί η βέβηλη σύγκριση – η περίφημη «Εννάτη» του Μπετόβεν, που τόσο συγκινεί τους αγεύστους από ορθόδοξες εμπειρίες με τον έντεχνο νατουραλισμό της – κυριολεκτικά εξαφανίζεται.

Τους θείους Αίνους διαδέχεται η αγγελική δοξολογία, για να επακολουθήσει το ουσιαστικό άνοιγμα των ουρανίων Πυλών με το υπερφυέστατο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Και οι Μοναχοί αλλοιωμένοι «την καλήν αλλοίωσιν» – πάλιν αναλογικά – κοινωνούν με κατάνυξη και γίνονται «θείας φύσεως κοινωνοί» από το «τεθεωμένον» Σώμα και Αίμα του Χριστού.

Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, εορτάζονται στον Άθω με Ορθόδοξη μέθεξη στο Μυστήριο. Και κατανοείται η δογματική και πνευματική σημασία της Σαρκώσεως κατά το μέτρο της θεώσεως εκάστου, που επέτυχε με την θεία αγάπη, «Τοσούτον τω ανθρώπω τον Θεόν δια φιλανθρωπίαν ανθρωπίζεσθαι, όσον ο άνθρωπος εαυτόν τω Θεώ δι’ αγάπης δυνηθείς απεθέωσε».

Με πλαίσιο μια απαράμιλλη, σε ομορφιά και ποικιλία χειμερινών φυσικών εικόνων, φύση, με την βαθύτατη αγιορείτικη ησυχία, μέσα στη γεμάτη μυστήριο και διαφάνεια Βηθλεεμική νύχτα, οι ολονύχτιες θεοτερπείς ψαλμωδίες των Μοναχών σ’ ολόκληρη την Αθωνική χερσόνησο, με δεσπόζοντα τον λαμπρό Αστέρα, που μαρμαίρει κατά Ανατολάς, ζωντανεύουν την Γέννηση του Θεού Λόγου στο αιδέσιμο Σπήλαιο και μεταφέρουν τους Μοναχούς στην αγία εκείνη νύχτα, που φωτεινός Άγγελος Κυρίου ανήγγειλε στους απλοϊκούς «αγραυλούντας» ποιμένες: «ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ. Ότι ετέχθη υμίν σήμε­ρον σωτήρ, ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαβίδ». Γι’ αυτό και, κατά την αναλογία της καθαρότητας τους, οι Μοναχοί συντηρούν στο διηνεκές μέσα στις καρδιές τους αυτή τήν ίδια λευκή νύχτα, που «πλήθος στρατιάς ουρανίου» έψαλλε «δια την των πάντων θέωσιν», το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

(Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτη, Χριστούγεννα στο Άγιον Όρος του Άθω,-αποσπάσματα από τον τόμο «Χριστούγεννα», Εκδόσεις «Ακρίτας» Αθήνα 1982)

Πηγή: enromiosini.gr

«Φιλούμενον,το νεόδρεπτον της Εκκλησίας κρίνον,οι πιστοί αξιοχρέως μακαρίσωμεν»

Άγιος ΦιλούμενοςΠρωτοπρ. Μιχαήλ Βοσκού Θεολόγου

 

Η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία είναι θεμελιωμένη πάνω στο αίμα των αγίων Μαρτύρων. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες των διωγμών, η Θεία Λειτουργία ετελείτο πάνω στους τάφους των αγίων Μαρτύρων, ώστε εμπράκτως να φανερώνεται αυτή η αλήθεια.

Για τον ίδιο λόγο καθιερώθηκε αργότερα σ’ ολόκληρη την Ορθοδοξία, κατά την τελετή των εγκαινίων ενός ναού να τοποθετούνται στην Αγία Τράπεζα λείψανα αγίων Μαρτύρων ή άλλων Αγίων, μια πρακτική που ακολουθείται μέχρι τις μέρες μας.

Μάρτυρες της Εκκλησίας, βεβαίως, δεν έχουμε μόνο κατά τους τρείς πρώτους χριστιανικούς αιώνες των διωγμών.

Είχαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας της Εκκλησίας και εχουμε και στη σύγχρονη εποχή.

Μάλιστα, είχαμε ιστορικές περιόδους μετά τον 4ο αιώνα, κατά τις οποίες μαρτύρησαν, όπως και κατά τους τρείς πρώτους χριστιανικούς αιώνες, χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια Ορθόδοξοι Χριστιανοί (επί παραδείγματι κατά τις αραβικές και περσικές επιδρομές τον 7ο αιώνα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας με το νέφος των Νεομαρτύρων, αλλά και κατά τον 20ο αιώνα στα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα).

Ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μίλησε για την ανάγκη, όσοι θέλουν να Τον ακολουθήσουν να γίνουν μάρτυρές Του, τόσο με την έννοια της μαρτυρίας «περί της εν υμίν ελπίδος» (Λ’ Πέτρ. γ’, 15) όσο και με την έννοια του μαρτυρίου, της θυσίας της ιδίας της ζωής τους, εάν και όταν αυτό απαιτηθεί.

«Ος γάρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν», είπε στους μαθητές του. «Ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ιστ’, 25). Όποιος, δηλαδή, θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως εξαιτίας μου χάσει τη ζωή του, θα την βρει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »