Πάσχα ρωμέικο, 1891

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Οι τρεις φίλοι και ο βασιλιάς

Geron Arsenios o Hsyhastis 01

Εκ των διδαχών (Επιστολή) του μακάριου Γέροντα Αρσένιου του Ησυχαστή

Άγιον Όρος

Αγαπητόν μας παιδάκι Π. εύχομαι να είσαι καλά. Έλαβον την επιστολήν σου και εχάρην δια την καλήν σου υγείαν.

Τα χρήματα πού έστειλες πολύ σ΄ ευχαριστώ διότι με έκαμες μεγάλο καλό. Επειδή, εγώ εργάζομαι εις τον κήπον, ήθελα να φέρω νερό και πολεμούσα με τενεκάκι διότι δεν είχαμε χρήματα ν΄ αγοράσουμε σωλήνες και τώρα με αυτά πού με έστειλες τα έδωσα να με φέρουν και θα εύρω μεγάλην ανάπαυσιν. Και σεις να έχετε τον μισθόν και εύχομαι να σας χαρίση τα αιώνια αγαθά ο Χριστός μας και να είμεθα εις τον παράδεισον μαζί. Αμήν, Αμήν, Αμήν.

Και τώρα θα σου ειπώ διήγημα από τους αγίους πατέρες. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στο Χριστό στο Κάστρο (Μέρος 2ο)

Παπαδιαμάντης

Συνέχεια από 1ο μέρος

Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργυρή, του αποκλεισμένου από τάς χιονας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σακκον πλήρη τροφίμων και με αλλά τίνα εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς:

«Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.

«Το έμαθα, παπά, απ το μαστροΠανάγο το μαραγκό».

«Τί ώρα και πού τον είδες;»

«Κατά τάς δέκα τον ηυρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κι εβγηκε να πιή δυο τρία κρασιά με το ισναφι. Έλεγε πώς αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σάς εκατακρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω να ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».

«Ας είναι, καλώς να ρθης» είπεν ο ιερεύς. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στο Χριστό στο Κάστρο (Μέρος 1ο)

Παπαδιαμάντης

– «Το Γιάννη το Νυφιώτη και τον Αργύρη της Μυλωνούς τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’ ν πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο, τ’ ακούσατε;»

Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων και ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο· κι η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τάς λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.

«Τ ακούσαμε κι ημείς, παπά» απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος, «έτσ είπανε».

«Τί είπανε; Είναι σίγουρο, σάς λέω» επανέλαβεν ο παπα-Φραγκούλης. «Οι βλοημένοι, δε θα βάλουν ποτέ γνώση. Επήγαν με τέτοιον καιρό να κατεβάσουν ξύλα, απάν απ’ του Κουρουπή τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό, εκεί πού δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »