Εκκλησιαστική Ακρίβεια & Οικονομία Γ΄. Ο Πνευματικός Πατέρας και τα Επιτίμια

exomologhsh

Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

Η αρμοδιότητα εφαρμογής της οικονομίας για μείζονα θέματα ανήκει στην Εκκλησία, η οποία αποφασίζει εν Συνόδω. Για λιγότερο σημαντικά ποιμαντικά ζητήματα αρμόδιος είναι ο επίσκοπος, ενώ για τα υπόλοιπα ο ηγούμενος ή ο πνευματικός πατέρας. Στο σημείο αυτό υπάρχει μία αξιόλογη ποιμαντική αρχή, που συνδέεται με την προσωπική θυσιαστική διάθεση του πνευματικού, προκειμένου να σώσει τα πνευματικά του τέκνα, που απαντά συχνά στην εκκλησιαστική παράδοση. Θυμίζω την περίπτωση του Απ. Παύλου: «Ηυχόμην… αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα…»21. Δηλαδή, φθάνω στο σημείο να εύχομαι να χωριζόμουν εγώ από το Χριστό, αρκεί να πήγαιναν κοντά του οι αδελφοί μου! Ανάλογη ήταν η περίπτωση του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που άφησε το δικό του καλό και θυσιάσθηκε για το καλό του γένους. «Μάλιστα παρακινούμενος περισσότερον από τον Παναγιώτατον κυρ-Σωφρόνιον τον Πατριάρχην να έχωμεν την ευχήν του- λαμβάνοντας και τας αγίας του ευχάς άφησα την εδικήν μου προκοπήν, το εδικόν μου καλόν και εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς»22, λέει χαρακτηριστικά ο άγιός μας. Εδώ φαίνεται η εκκλησιολογική αλλά και η θυσιαστική διάσταση του εγχειρήματος του Αιτωλού. Ο δε π. Ιουστίνος Πόποβιτς έλεγε: «Εγώ για την διαφύλαξη των ιερών κανόνων είμαι πρόθυμος να θυσιάσω τη ζωή μου, αλλά παράλληλα για τη σωτηρία ενός ανθρώπου θυσιάζω όλους τους κανόνες». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕ ΚΑΡΔΙΑ ΣΥΝΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ

monk

Ένας ιερομόναχος της Μονής Βατοπαιδίου

Ένας ευλαβής μοναχός, απ’ το βουνό του Ολύμπου, λεγόμενος Σωφρόνιος, ήρθε και μου διηγήθηκε κάποιο συμβάν, όμοιο μ’ εκείνο που είναι γραμμένο στο ιερό βιβλίο της Κλίμακος. Μας αφηγήθηκε δηλαδή, ότι στον Όλυμπο υπήρχε κάποιος Γέροντας πολύ ενάρετος, πραγματικά θεοφόρος, στον οποίο σύχναζαν πολλοί αδελφοί μοναχοί, για ν’ ακούσουν απ’ το άγιο στόμα του λόγους ψυχικής σωτηρίας.

Καθώς, λοιπόν, καθόταν οι αδελφοί και άκουγαν τον άγιο Γέροντα να τους ομιλεί πάνω σε θέματα ψυχωφελή, ήρθε και κάποιος λαϊκός, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και στάθηκε παράμερα. Όταν ο Γέροντας τον παρατήρησε προσεχτικά και τον ρώτησε για ποιό λόγο ήρθε κοντά του, εκείνος απάντησε:

-΄Ηρθα να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου στην αγιωσύνη σου, άγιε Γέροντα. Ο Γέροντας τον ξαναρωτά:

-Θέλεις να τα εξομολογηθείς ιδιαιτέρως, τέκνον μου, στην μετριότητα μου, ή μπροστά σε όλους τους αδελφούς;

-Αν εσύ το θέλεις, τίμιε πάτερ, δεν διστάζω να εξομολογηθώ τα κρίματά μου μπροστά σε όλους τους αδελφούς.

-Τότε, του λέγει ο Γέροντας, λέγε, τέκνο μου, χωρίς να ντρέπεσαι καθόλου.

Άρχισε, λοιπόν, ο λαϊκός να λέγει όλα τ’ αμαρτήματά του, ακόμη κ’ εκείνα που δεν επιτρέπεται να φτάνουν στ’ αυτιά των ανθρώπων ή να γράφονται. Όταν τελείωσε λέγοντας τα πάντα, στάθηκε μπρος στο Γέροντα, με τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κατεβασμένο και την καρδιά συντετριμμένη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »