Ο παππούς Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση,ο Άγιος άνθρωπος που γνωρίσαμε

Ο παππούς με παιδάκι

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη

Φιλολόγου

Ο παππούς μας ο Παναής του Ιλαμιού ήταν ένας άγιος άνθρωπος ένας κοσμοκαλόγερος, ένας άνθρωπος που ευωδίαζε και ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού.

Ασφαλώς, η πρώτη φορά που τον αντίκριζες μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη σου για όσο ζεις. Ένα αδύνατο, καχεκτικό ανθρωπάκι, καθισμένο σε μια πολυθρόνα, τυλιγμένο σε μια πολύχρωμη κουβέρτα από τη μέση και κάτω, με τα δάκτυλα μπλεγμένα, ή σε εγρήγορση να πλέκουν, με το παλτό του και τη σάρπα του, όλα μαύρα.

Μα σαν κοίταζες το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού. «Ό,τι ακτινοβολεί, έχει σχέση με χαρά, με ελπίδα, με ευτυχία, με τη λαμπρότητα της ανέμελης αθωότητας», τονίζει ο Μεσογαίας Νικόλαος. Τα άσπρα μαλλιά του πλαισίωναν ένα γελαστό πρόσωπο, μ’ ένα σπινθηροβόλο και στοχαστικό βλέμμα, όλο καλοσύνη, πραότητα και ιλαρότητα, που καταύγαζε το είναι του και τον έκανε τόσο αξιαγάπητο. Μα σύγκαιρα απέπνεε μια θαυμαστή δύναμη ψυχής. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μία μαρτυρία για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη από τον μακαριστό γέροντα Φιλόθεο της Πάρου

papadiamantis«είχα γνωριμία καί φιλία με τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη. Τον γνώρισα στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισαίου, ένα Σάββατο απόγευμα. Δεν έλειψα ποτέ από κοντά του, έψαλλα δίπλα του ως βοηθός του. Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά καί με ευλάβεια, με κατάνυξη, φόβο Θεού καί τρόμο. Πριν τον γνωρίσω έψελνα με υπερηφάνεια, δυνατά, για να ευχαριστούνται οι εκκλησιαζόμενοι καί για να με επαινούν στη συνέχεια. Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά καί με συναίσθηση. Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού. Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε το Θεό χαρμόσυνα. Ήταν ακτήμων όπως οι Άγιοι Απόστολοι. Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή καί μάταιο. Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος. Ό,τι του έδιναν για τον κόπο του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς. Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα. Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε. Όταν οι φίλοι, του πρόσφεραν καινούργια ρούχα, δεν τα δεχόταν. Εγύρισα όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα πολύ λίγους».