Μερόνυχτα στο «Όρος οι αναμνήσεις μου » Έτος 1958 «Στη Μονή των Ιβήρων» Νίκος Φωτάκης

  Moni-Iviron-01

Το Μοναστήρι των Ιβήρων είναι τρία τέταρτα της ώρας από τις Καρυές. Κατήφορος μέσα από το δάσος, πού απλώνεται σε ένα ατέλειωτο πράσινο παρασόλι, σχεδόν ως την είσοδο του Μοναστηρίου. Οι πανύψηλες άσπρες κολώνες του κρατούν αγέρωχα ένα μακρύ μπαλκόνι, χάσκοντας στο μάκρος του τοίχου, πού αρχίζει λίγο πιο πάνω από το γιαλό, και τελειώνει εκεί πού φουντώνουν οι πράσινοι λόφοι, με τελευταία γραμμή τους τον χιονισμένο τόνο του Άθωνα.
 
Ό Πορτάρης, ένας μελαψός και αδύνατος καλόγηρος, όλο γέλιο, και με κοσμικό αέρα στις 
κινήσεις του, με υποδέχεται παίρνει το διαμονητήριό μου και με πάει στο Αρχονταρίκι. Ό Άρχοντάρης, εύσωμος και χλωμός, με βολεύει στο δωμάτιο μου, μου φέρνει καφέ, γλυκό και ρακί. Στην αυλή, πού αφήνει το τετράγωνο κάστρο με τις καβίες των Μοναχών, ένας πανάρχαιος πύργος, γκρίζος με τα μεγάλα ρήγματα του, ορθώνεται σαν πληγωμένος από το χρόνο.
 
 
 Αντίκρυ στην εκκλησία, πού φουντώνει κατακόκκινο με τούς καπλαντισμένους, από μολύβι τοίχους, είναι το καμπαναριό, ψηλότερο από όλα.
Παντού ακινησία. Ό ίδιος ρυθμός της θλιμμένης σιγής. Ή μόνη παρουσία ζωής είναι δυο γάτοι, πού κυνηγούν ό ένας τον άλλο σε μια κληματαριά. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μερόνυχτα στο «Όρος οι αναμνήσεις μου » Έτος 1958 «προς το Βατοπαίδι» Νίκος Φωτάκης.

 Picture 005

ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙ
Είμαι χωμένος στα μελαγχολικά δάση της καστανιάς και του έλατου. Αξύριστος και ακούρευτος σαν αγρίμι. Το μουλάρι σκιάζεται, κι’ ο αγωγιάτης μου με προσοχή το τραβάει μπροστά από το χαλινάρι του. Είναι Αρβανίτης, και τα ελληνικά του με διασκεδάζουν. Οι Αρβανίτες εδώ έχουν κάνει παροικία. Για όλες τις καλογερικές εργασίες προτιμούνται οι Αρβανίτες.
Με αραδιάζει ένα σωρό ιστορίες. Κάποιος ξένος πεζοπόρος με γυμνά πόδια φορτωμένος ένα γυλιό, σταματά τον αγωγιάτη μου και με νοήματα του ζητάει σπίρτα. Τον έδωσε. Ό ξένος ανάβει ένα ξηρό χόρτο πού κρατούσε και μυρίστηκε τη κάπνα του. Αυτό ήταν όλο.
Ό αγωγιάτης μου μετά μού εκμυστηρεύτηκε πώς τον φοβήθηκε, γιατί τον πέρασε για τρελό.
— Έδώ στο Όρος. μού λέει, ξέρεις πόσοι τρελοί γυρίζουν στα ούρμάνια;
Βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά της χερσονήσου. Βλέπω τη Θάσο, τα βουνά της Καβάλας και την Ίμβρο. Ή θάλασσα περιορίζει το γαλανό πλάτος της με μια κορδέλα από αμμουδιά.
Οι στέγες του πολύχρωμου όγκου του Βατοπεδίου παιχνιδίζουν με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, που σιγά σιγά σβήνει πίσω από ένα μενεξεδένιο βουνό. Ή παλιά Άθωνιάδα Σχολή πάνω στο λόφο, ανασηκώνει το σάπιο σκελετό της κι’ επιδεικνύει φιλάρεσκα τις καμπάνες της, δίνοντας στο τοπίο θεωρία μελοδραματικής σκηνογραφίας, καθώς οι καμπάνες ακούονται από το Μοναστήρι και τα πουλιά ερωτοτροπούν με τα γλυκά τους πρελούντια στα σκιόφωτα των κλαδιών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μερόνυχτα στο «Όρος οι αναμνήσεις μου» Έτος 1958 «Στη Μονή Ξηροποτάμου» Νίκος Φωτάκης.

 
Moni-Xiropotamou-02-1024x645
ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ.
Ξανάρχομαι, στη Δάφνη για να πάρω το δρόμο για τη Μονή Ξηροποτάμου. Σαν να παραξενεύουμε από βλέπω εδώ στη Δάφνη κίνηση. Γίνομαι κοινωνικότερος. Κερνώ τον παλιό μου αγωγιάτη, πού κάθεται στο καφενείο, συζητώ με τον Ενωμοτάρχη διατεθειμένος να μη τελειώσω ποτέ. Δοκιμάζω ένα αίσθημα λυτρωμού. Βλέπω ανθρώπους, πού κινούνται πάνω κάτω. Φωνάζουν. Ασχολούνται σε κάτι. Αισθάνομαι τον εαυτό μου κοντά στη ζωή.
 
Πριν βασιλέψει ο ήλιος, παίρνω το δρόμο για το Ξηροποτάμου. Ό Ενωμοτάρχης, πού με συνοδεύει ως πιο πάνω, γελάει λέγοντας με πώς είναι αναστατωμένοι οι Μονάχοι με κάτι Ναρκίσσου ς, πού φύτρωσαν στη παραλία. Που είναι οι Νάρκισσοι αυτοί; Νάτους. Τρεις Γερμανοί γυμνοκράτες ντυμένοι με το ρόδινο χρώμα της επιδερμίδας των. Ό ένας σκύφτει και φυσάει τα ξύλα πού μαγειρεύουν και οι άλλοι κάνουν ασκήσεις στην αμμουδιά. Είναι φοιτητές, πού περιμένουν κάποιους άλλους για να γυρίσουν όλοι μαζί το Όρος.
 
Τη στιγμή πού φθάνω στο μεγάλο αυλόγυρο του Μοναστηρίου χτυπάει με το κόπανο τη καπλαντισμένη από σίδερο πόρτα. Αυτό σήμαινε πώς έκλεινε. Στο αρχονταρίκι με υποδέχεται κάποιος δόκιμος με κοντό γένι και με γυαλιά.
Οι τρόποι του είναι τελείως κοσμικοί. Δείπνησα κάτι πρόχειρο. «Το βρισκόμενο» μου είπε ο άγιος άρχοντάρης, ένας ψηλόσωμος και χονδρός ρασοφόρος. Ό Δόκιμος με συντροφεύει αρκετά. Ζούσε στην Αθήνα, μα πώς και γιατί βρίσκεται στο Όρος ούτε μου είπε, ούτε και τόλμησα να τον ρωτήσω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »