Αυτά τα κόκκαλα είναι τώρα άγια πράματα

contentsegment_15806127w1000_h0_r0_p0_s1_v1jpg

Βενέζης Ηλίας

Σ’ αυτά το κοιμητήρι της Μυτιλήνης είχαμε θάψει στον καιρό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τη γιαγιά μου, το πιο γλυκύ πρόσωπο του κόσμου. Είχε αρχίσει από τότε η πικρή ιστορία μας, το πρώτο πείραμα ξεριζώματος λαών ο διωγμός των χριστιανών της Ανατολής στα 1914 και η καταφυγή τους στα νησιά του Αιγαίου. Πέθανε η γιαγιά μας τότε, μές στον πόλεμο, στον ξένο τόπο. Ο παππούς μου την ξέθαψε, σαν ήρθε ο καιρός. Έβαλε τα κόκαλά της σε κασελάκι, έφερε το κασελάκι στην κάμαρή του, τ’ απόθεσε πλάι στο σπιτικό εικόνισμα, καθόταν ώρες μονάχος και της κουβεντίαζε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα…

Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στο Χριστό στο Κάστρο (Μέρος 2ο)

Παπαδιαμάντης

Συνέχεια από 1ο μέρος

Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργυρή, του αποκλεισμένου από τάς χιονας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σακκον πλήρη τροφίμων και με αλλά τίνα εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς:

«Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.

«Το έμαθα, παπά, απ το μαστροΠανάγο το μαραγκό».

«Τί ώρα και πού τον είδες;»

«Κατά τάς δέκα τον ηυρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κι εβγηκε να πιή δυο τρία κρασιά με το ισναφι. Έλεγε πώς αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σάς εκατακρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω να ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».

«Ας είναι, καλώς να ρθης» είπεν ο ιερεύς. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »