O αδερφός που σώθηκε χωρίς κόπο επειδή δεν κατέκρινε

Κάποτε είχε πάει ένας κοσμικός στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, για να γίνει Μοναχός. Οι Πατέρες όμως της Σκήτης δεν τον δέχονταν, γιατί, εκτός που ήταν ράθυμος και αμελής, ήταν και πολύ σκανδαλοποιός και δημιουργούσε συνέχεια θέματα.

Επειδή εκείνος αναπαυόταν στην Σκήτη, παρακάλεσε τους Πατέρες να τον αφήσουν να μένει ως λαϊκός και να εργάζεται καμιά φορά. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Πλήθυναν τα βάσανα του κόσμου

Συζήτηση σε αγιορείτικο κελλί σκήτης. Παρόντες ο δικαίος, μοναχοί και προσκυνητές.
Το τηλέφωνο βρίσκεται σε διπλανό δωμάτιο. Χτυπάει συνέχεια. Ο γέροντας σηκώνεται, πάει στο διπλανό δωμάτιο και μιλάει στο τηλέφωνο. Ο τοίχος δεν εμποδίζει τη φωνή του γέροντα να ακούεται ως εδώ. Θέλοντας, μη θέλοντας, ακούμε. Ως φαίνεται, λαϊκοί, κοσμικοί, έμαθαν το τηλέφωνο του γέροντα και τηλεφωνούν συνέχεια. Ζητούν προσευχές, εξομολογούνται δια τηλεφώνου, διηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες, θέλουν συμβουλές, λένε τα βάσανα τους. Από αυτά που ακούγονται, νομίζω ακόμα ότι ζητούν από τον γέροντα και οικονομικές συμβουλές. Να αγοράσω αυτό; Τι να κάνω με το δάνειό μου; Έχω ευλογία να κάνω αυτό το μαγαζί; Και άλλα τέτοια, στενής, θα λέγαμε, οικονομικής φύσης. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Όσιος Δανιήλ εν τη Σκήτη

Δύο όσιοι είναι γνωστοί με τό όνομα αυτό. Ο πρώτος ήταν μαθητής του αγίου Αρσενίου του Μεγάλου [8 Μαΐου] και έγινε ο ίδιος διδάσκαλος για πολλούς μοναχούς. Όταν οί Μαζικές επιτέθηκαν στην Σκήτη το 407, οί αδελφοί τον κάλεσαν να φύγει μαζί τους. Καί λέγει ο άββάς Δανιήλ: «Εάν δεν φροντίζει για μένα ο Θεός, γιατί να ζώ;» Καί πέρασε ανάμεσα στους βαρβάρους καί δεν τον είδαν. Λέγει τότε μέσα του: «Ιδού ο Θεός έφρόντισε για σένα καί δεν απέθανες. Κάνε λοιπόν καί συ τό ανθρώπινο καί φύγε όπως οι Πατέρες». Μεταξύ άλλων έλεγε: «Όσο ακμάζει τό σώμα τόσο αδυνατίζει ή ψυχή καί όσο αδυνατίζει τό σώμα τόσο ακμάζει ή ψυχή». Αφού έζησε σαράντα χρόνια στήν έρημο της Σκήτης, εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 420. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Γέρων Ακάκιος Βαλααμίτης (1873-1984)

Την τελευταία ώθηση στον Ανδρέα Κούζνετσωφ να πάει στο μοναστήρι έδωσε ένα πολύ ανθρώπινο γεγονός. Στο αγροτικό σπίτι τού Ανδρέα – του μελλοντικού π. Ακακίου – ήταν τρία αδέλφια. Ό μεγαλύτερος αδελφός πήγε να κάνει την στρατιωτική του θητεία, ενώ ό μικρότερος νυμφεύτηκε και πήρε μια κακιά γυναίκα. Ή ζωή τού μεσαίου αδελφού. τού Ανδρέα, έγινε τώρα πολύ δύσκολη. Ήθελε να φύγει από το σπίτι και από το χωριό ακόμη. Ή σκέψη για το μοναστήρι τον είχε απασχολήσει ήδη για πολύ καιρό. Τώρα οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τού έδωσαν την αφορμή. Την επιθυμία του να γίνει μοναχός δυνάμωσε και ένα προσκύνημα, πού πριν από μερικά χρόνια είχε κάνει στη μακρινή Λαύρα τού Οσίου Σεργίου κοντά στην Μόσχα. Ειδικά ή εξομολόγηση και ή θεία Μετάληψη στην Σκήτη της Λαύρας έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη τού Ανδρέα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός!

Σε επίσκεψη του αββά Δανιήλ από τη Σκήτη σε ένα γυναικείο μοναστήρι που ονομαζόταν του αββά Ιερεμία αντίκρισε μέσα στην εσωτερική αυλή μια μοναχή να κοιμάται, φορώντας σχισμένα παλαιά ρούχα.

Λέει ο γέροντας· «Ποιά είναι αυτή που κοιμάται;». Του άπαντα μία από τις αδελφές· «Είναι μεθυσμένη και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Να την πετάξουμε έξω από το μοναστήρι φοβόμαστε το κρίμα, αν την αφήσουμε όμως σκανδαλίζει τις αδελφές». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Πάρε τη λεκάνη και άδειασε την πάνω της». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Άγιος Καλλίνικος της Τσερνίκα (7 Οκτωβρίου 1787 – 11 Απριλίου 1868)

Γεννήθηκε στο Βουκουρέστι στις 7 Οκτωβρίου 1787. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Οι γονείς του ήταν ιδιαίτερα ευσεβείς. Η μητέρα του τελείωσε τον βίο της ως μοναχή. Μοναχός ήταν κι ένας μεγαλύτερος αδελφός του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια στιγμή πραγματικής μετάνοιας φθάνει για να μας σώσει.

( Από τον Ευεργετινό) 

Μια κόρη, που την έλεγαν Τασία, πέθαναν οι γονείς της, κι’ απόμεινε ορφανή. Κι’ αυτή έκανε ξενοδοχείο το σπίτι της, για τους Πατέρες, που κατέβαιναν στη πολιτεία από τις διάφορες σκήτες· και αρκετό καιρό έμενε κι’ αυτή εκεί και τους περιποιόταν, με προθυμία.

Σιγά-σιγά όμως ξόδεψε, ό,τι είχε και δεν είχε, κι’ άρχισε να υποφέρει.

Σ’ αυτή δε τη δύσκολη περίσταση, πέσανε δίπλα της κάποιοι διεστραμμένοι άνθρωποι, και κατόρθωσαν να την κάνουν ν’ αλλάξει ζωή και διάθεση, ως που έφθασε στο σημείο και να πορνεύεται ακόμη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »