Πώς προσεγγίζουμε τους αγίους (μέρος 2ο)

αρχιμ. Ελισαίου,

Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Αγίου Όρους

Αφορμή χαράς και ελπίδος, γιατί φαίνεται μια ακτίνα αναζητήσεως του τελείου προτύπου στην πορεία της ζωής μας, οπότε και ο όρος «γεροντολαγνεία» χάνει αμέσως το περιεχόμενο του, αφού εμπίπτομε στα κανονικά και παραδοσιακά όρια της απαραίτητης προσωπικής μας σχέσεως με ένα πεπειραμένο και φωτισμένο πνευματικό οδηγό, απ΄ τον οποίο πλησιάζοντας τον προσδοκούμε βοήθεια για να ξεπλύνωμε τον ερρυπωμένο χιτώνα της ταλαίπωρης ψυχής μας και να βιώσωμε ορθόδοξα και ταπεινά το μυστήριο της πνευματικής σχέσεως του διδύμου Γέροντας-υποτακτικός. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις ! Κλεόπας Ηλίε_Cleopa Ilie, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς, Άγιοι - Πατέρες - Γέροντες, Γέρ. Αμφιλόχιος Μακρής, Γέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής, Γέρ. Ιάκωβος Τσαλίκης, Γέρ. Παΐσιος Αγιορείτης, Γέρ. Πορφύριος, Γέρ. Σωφρόνιος 'Εσσεξ, Γέρ. Φιλόθεος Ζερβάκος, Γέρ. Χαράλαμπος Διονυσιάτης. Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Leave a Comment »

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (16)

osios iosif o isihastis2Συνέχεια από (15)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Όταν τους ευρήκαμεν εμείς, ήσαν κάπως τακτοποιημένοι, αλλά με τόσην ευτέλειαν και προχειρότητα, που αν περιγράψω κάτι, φοβούμαι μήπως δεν θα με πιστεύση η καλομαθημένη μας γενεά. Αρκεί να είπω ότι εις τα δωμάτια τους, το παράθυρο ήταν συνάμα και πόρτα. Άν ήθελες δε να ξαπλώσης καλά τα πόδια σου εις το στρώμα, αν επιτρέπεται να το ονομάσωμεν στρώμα αυτό που είχαν, ήτο αδύνατον, γιατί το μέρος δεν χωρούσε. Δεν ξεχνούσε ο αείμνηστος τον προορισμόν του, ούτε ο ζήλος του αμβλύνετο από το να κακοπαθή, γι’ αυτό και όλη του η ζωή και το περιβάλλον ήτο πάντοτε ταπεινόν, ευτελές, προσωρινόν και μόνον για την χρείαν και ενίοτε ούτε γι’ αυτήν δεν εξαρκούσε. Όταν κάποτε εγογγύζαμεν από μικροψυχίαν και σε περιβάλλον ασυγκρίτως πλατύτερον και άνετον από το δικόν του, εστέναζε και μας έλεγεν: «Εγώ, από απόψεως αναπαύσεως, δεν θυμάμαι να ικανοποίησα τον εαυτόν μου ποτέ». Και πράγματι αυτό διαπιστώσαμεν μέχρι τέλους της ζωής του.

Όταν επήγαμεν εμείς, κατά το 1947, πρώτα εγώ και κατ’ ολίγον ο πνευματικός μου αδελφός Εφραίμ, ο μετέπειτα ιερομόναχος, υπεβλήθημεν αμέσως εις όλην την συνέχειαν του τυπικού τους. Έπρεπε δα να κατασκευάσωμεν καλύβες για να καθίσωμεν, διότι δεν είχαν διά εμάς. Τας πρώτας ύλας τας κουβαλήσαμεν εις τον ώμον, ξύλα από το βουνόν και άμμον ή χαλίκια από την θάλασσαν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (15)

osios iosif o isihastis2

Συνέχεια από (14)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

15. Οι όροι της χρείας εις την πνευματικήν ζωήν.

Έτσι να κάνετε και εσείς εις όλας σας τας δύσκολους στιγμάς και ποτέ δεν θα παρασυρθήτε,ουτε και η μεταμέλεια θα σας κατατυραννή. Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά κάθε φορά που ο άνθρωπος νικά ένα πάθος, έναν πειρασμόν, λαμβάνει δύναμιν, θάρρος, προάγεται πνευματικώς και μέσα του αισθάνεται χαρά. Όταν όμως καταφρονή ή δειλιά και νικάται εις ό,τι αντίστασιν του συμβή, τότε συμβαίνει το αντίθετον και το αποτέλεσμα είναι να χαυνωθή, να μένη απαρρησίαστος, δειλός, αδύνατος, όλος υποψία και η λύπη και η απελπισία θα του γίνουν αχώριστοι σύντροφοι.

Ο μοναχός που θέλει να πετύχη τον σκοπόν του, πρέπει να μη επιχειρή τίποτα χωρίς να το εξετάζη· από που προέρχεται και ποιόν σκοπόν εξυπηρετή. Και αν συνηθίση με αυτήν την ακρίβειαν, δεν θα δυσκολευθή να καταλάβη την διαφοράν των δύο μεγάλων αφορμών, εις τας οποίας έχουν την βάσιν τους το κέρδος και η ζημία, η αμέλεια και γενικά όλος μας ο αγώνας. Αι δύο αφορμές που λέγω είναι η χρεία και η επιθυμία. Πόσον ομοιάζουν αυταί ή μάλλον τας κάνομεν εμείς να ομοιάζουν με τα θελήματά μας! Ο Θεός συνεργεί εις το να αποκτήσωμεν ή να ποιήσωμεν κάθε τι που είναι χρεία και η Χάρις Του δέν απουσιάζει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (14)

osios-iosif-o-isihastis2Συνέχεια από (13)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

14. Η επίγνωσις του θείου θελήματος.

«Να, μας έλεγε, και εσείς να μη βιάζεσθε και να επιχειρήτε αμέσως ό,τι σας λέγει ο λογισμός χωρίς πολλήν υπομονήν και δοκιμασίαν. Ο άνθρωπος που έχει ανυπομονησία και βιάζεται, ποτέ δεν μπορεί να καταλάβη το θείον θέλημα, και επομένως γαλήνην ποτέ του δεν θα εύρη, γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και υπομονή. Συνήθως εγώ όσες φορές ηξιώθηκα να πληροφορηθώ ποίον είναι το θέλημα του Θεού, εις το τέλος της εξαντλητικής υπομονής το εύρισκα. Και οσάκις πάλιν η Χάρις του Θεού με παρηγόρησε, εις το τέρμα της μικρής μου δυνάμεως και υπομονής γινόταν.

Πολλές φορές πάλιν ο άνθρωπος κάμνει ό,τι είναι απ’ αυτόν και βιάζεται και αναμένει και επιθυμεί να πληροφορηθή περί εκείνου που ενδιαφέρεται, εάν είναι σύμφωνον με το θείον θέλημα, και όμως δεν λαμβάνει καμμίαν πληροφορίαν. Άς κάμη τότε τον σταυρόν του και ας αρχίση με πολλήν προσοχήν γυμνώνοντας την ενέργειάν του τελείως από το δικό του θέλημα και κράζοντας με πάθος,»Κύριε, συ πάντα οίδας, συ πάντα γινώσκεις, μη με αφήσης να χαθώ», παρακολουθώντας την έκβασιν με υπομονήν. Και αν ίδη ότι συνήντησεν αντίδρασιν και μάλιστα σε σημείον που δεν έπρεπε, τότε ας παύση να συνέχιση. Με αυτόν τον τρόπον εξελίξεως των πραγμάτων ίσως εφανερώθη το θείον θέλημα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (13)

osios-iosif-o-isihastis2Συνέχεια από (12)

Τον ερωτούσαμεν: «Δεν δειλιάσατε καθόλου»; Και μας έλεγεν: «Εις την αρχήν ήρθαν πολλοί λογισμοί δειλίας, η ψυχή όμως δεν δείλιασε καθόλου. Εκείνος που βιάζεται να μη ζη διά τον εαυτόν του, αλλά ό,τι ακούει το κάνει γιά τον Θεόν, σε τίποτα δεν έχει να φοβηθή. Ο τοιούτος έχει πάντοτε ως βάσιν του την πιστιν εις όλην του την ζωήν και η πίστις αυτή του αναπληρώνει κάθε τι που οι πειρασμοί του προβάλλουν ως εμπόδιον. Όταν άπαξ και δις ο άνθρωπος παραδώση τον εαυτόν του τελείως εις τον Θεόν με πιστιν, καθώς είπα,τότε βλέπει φανερά την Χάριν του Θεού, όπου τον σκεπάζει και τον δυναμώνει να κατορθώση εκείνο που από ανθρωπινής δυνάμεως και σκέψεως ήτο αδύνατον να γίνη. Αυτό δεν είναι μικρόν είναι αυτό που λέγεται από τους Πατέρας πείρα θείας αντιλήψεως. Όταν αυτό συνεχισθή, γεννά την πίστιν της θεωρίας, και η πίστις αυτή, όποιος την έχει, χωρίζει τους τύπους από τας πραγματικότητας».

13. Η αυταπάρνησις και η φιλοπονία ως μέσα συντηρήσεως της Χάριτος του Θεού.

«Γι’ αυτό σας λέγω να βιάζεσθε αψηφούντες τους κινδύνους, που μεγαλοποιεί η φιλαυτία, προκειμένου να φυλάγετε την τάξιν της πρακτικής, καθώς μας γράφουν οι Πατέρες. Γιατί όταν δειλιάτε να κοπιάσετε ολίγον, ούτε Χάριν Θεού πρόκειται να εύρητε, ούτε και την θείαν αντίληψιν θα αισθανθήτε ψηλαφητώς, να λάβετε δύναμιν και πληροφορίαν ιδικήν σας, εσωτερικήν και πραγματικήν, ότι «εγγύς Κύριος τοις επικαλούμενοις αυτόν», και χωρίς το εφόδιον αυτό ποτέ δεν επιχειρεί η ψυχή μεγάλους αγώνας. Όταν σας λέγω να κάμετε υπακοήν, εσείς θέλετε να βάζετε και τον δικόν σας λογισμόν και να προβάλλετε ενδεχόμενα. Όταν σας παρακινώ να έχετε αυταπάρνησιν, αμφιβάλλετε αν θα τα βγάλετε πέρα. Αν σας πω πάλιν για την δίαιταν, να μη εξετάζετε το τι βρέθηκε και εάν είναι παλαιόν ή νέον και προβάλλετε τους όρους της υγιεινής. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (12)

osios-iosif-o-isihastis2Συνέχεια από (11)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

11. Κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων υπό αγγέλου.

Την εποχή αυτή σταμάτησαν εις τα καλύβια τους και ο Γέροντας δοκίμαζε έναν είδος εγκλεισμού και ο πατήρ Αρσένιος τον εξυπηρετούσε εις τας απαραιτήτους χρείας. Για τον σκοπόν αυτόν και εις την μετάληψιν δεν πήγαινε συχνά όπως επικρατούσε η συνήθεια εκεί και μόνον ο πατήρ Αρσένιος πήγαινε με τους άλλους πατέρας, όπου είχε Λειτουργίαν. «Τότε, μας έλεγε, διέδιδαν ότι έχω χρυσόν και φοβούμαι να βγω από την καλύβην, μη μου τον κλέψουν. Και πράγματι είχομεν, όχι όμως χρυσόν, αλλά τον Χριστόν και προσέχαμεν να μη τον χάσωμεν. Μίαν ημέραν, που νομίζω ήταν εορτή, δεν πήγα πάλιν πουθενά και μόνον ο πατήρ Αρσένιος πήγε για να μεταλάβη. Αφού έμεινα μόνος μου και πέρασε ώρα αρκετή, άρχισα να μοιρολογώ με τον λογισμόν μου και αποκλαιόμενος έλεγα ότι δεν θα αξιωθώ και εγώ καθώς και οι άλλοι πατέρες να πάρω μέσα μου τον Χριστόν και άρχισα να λυπούμαι γι’ αυτό. Νύκτα ήτο και επομένως σκοτεινά και πάντοτε καθήμενος όπως συνήθιζα εις το σκαμνί μου, με τα μάτια μου κλειστά. Σαν να κατάλαβα ότι κάποιος μου χτύπησε το χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω έναν ωραιότατον νεανίαν με φτερά και βάσταζε τα θεία δώρα και μειδιώντας μου έκαμε νεύμα να ετοιμασθώ. Με επλησίασεν,όσον απαιτούσε, και μου έδωσε εις το στόμα με πολλήν προσοχήν μία μερίδα του Δεσποτικού Σώματος. Αφού μου έδωσε, όπως είπα, την θείαν μερίδα, έκλεισε με προσοχήν το ολόφωτον σκεύος που κρατούσε, με κοίταξε με σεμνόν μειδίαμα και ανέβη από την στέγην της καλύβης μου, εκεί όπου ήτο και πριν».

Μας έλεγε δε ότι όλην την ημέραν εκείνην οι λογισμοί του ήσαν απορροφημένοι από αυτό το γεγονός και ο νους και η καρδία του ήσαν αιχμαλωτισμένοι εις την αγάπην του Χριστού. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »