ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΑΓΙΟΤΗΤΑ» ΚΑΙ «ΑΓΙΟΣ». (3)

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Συνέχεια από (2) και (1)

2. Διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Στο δόγμα των αγίων η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει πολλά κοινά σημεία με το αντίστοιχο της ορθόδοξης διδασκαλίας. Έχει όμως και βασικές διαφορές, που το διαστέλλουν διαμετρικά από την ορθόδοξη αντίληψη.

Η βασικότερη διαφορά έγκειται στο δόγμα της θεώσεως, το οποίο οι Ρωμαιοκαθολικοί αναφανδόν απορρίπτουν. Δεν δέχονται θεωμένους αγίους. Γι’ αυτούς οι άγιοι είναι οι ηθικά τέλειοι, οι οποίοι ατενίζουν το φως και τη λαμπρότητα του Θεού, που τους καθιστά μακάριους στη θεία βασιλεία. Ανάκραση της κτιστής φύσεως με τη δόξα του Θεού δεν μπορούν να δεχτούν, πρώτο γιατί η θεία ουσία είναι αμέθεκτη (ορθώς βέβαια), και δεύτερο, γιατί απορρίπτουν τη διάκριση της άκτιστης θείας ενέργειας στην υπερβατική θεότητα, με το σκεπτικό ότι μια τέτοια διάκριση επιφέρει σύνθεση στην απλή ουσία του Θεού. Κατ’ αυτούς η θεία χάρη δεν είναι μέγεθος άκτιστο, αλλά κτιστό. Θέωση δε σε κτιστό μέγεθος δεν έχει νόημα. Στα σημεία αυτά επικεντρώνονταν, ως γνωστόν, οι περί ακτίστου θείου φωτός έριδες μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων τον ΙΕ’ αιώνα.

Η διαφορά αυτή των δύο θεολογιών είναι προεχόντως σημαντική. Αφετηρία της έχει το δόγμα της αγίας Τριάδος. Ενώ η ορθόδοξη θεολογία δέχεται τρία τινά στο Θεό, την ουσία, τις υποστάσεις και τις άκτιστες θείες ενέργειες (οι δυο τελευταίες είναι διακρίσεις θεοπρεπείς), η ρωμαιοκαθολική θεολογία απορρίπτει την τελευταία διάκριση, δεχόμενη μόνο ουσία και υποστάσεις στη θεότητα. Οι άκτιστες θείες ενέργειες είναι γι’ αυτήν δίδαγμα αβάσιμο, λυμαινόμενο την απλότητα της ουσίας του Θεού. Το φως του Χρίστου δεν είναι άκτιστο, αλλά κτιστό, φαίνεται προσωρινά και ακολούθως χάνεται. Με άλλα λόγια, έχουμε σημαντική τριαδολογική διαφορά, η όποια καθιστά πλέον αγεφύρωτο το δογματικό χάσμα, που υπάρχει μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Δεν είναι δηλαδή μόνο το Φιλιόκβε ( η «και εκ του Υιού» εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος), που καθιστά διάτρητη την περί Τριάδος αντίληψη των Παπικών, αλλά και η απόρριψη των θείων ενεργειών, που για μας αποτελεί καίριο σημείο της ορθόδοξης περί αγίας Τριάδος διδασκαλίας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΑΓΙΟΤΗΤΑ» ΚΑΙ «ΑΓΙΟΣ». (2)

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Συνέχεια από (1)

Ανδρέα Θεοδώρου

Στο ζήτημα της θεώσεως των αγίων είναι πολύ ευαίσθητη η ορθόδοξη ψυχή. Πώς όμως νοούμε τη θέωση; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διασάφηση. Η θέωση δεν σημαίνει αφομοίωση της ουσίας του ανθρώπου με την ουσία του Θεού, πράγμα που πολλοί νομίζουν, ότι διαβλέπουν στο ορθόδοξο δόγμα. Η κτιστή ανθρώπινη φύση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί με την άκτιστη θεία. Δεν μπορούν να χαθούν οι κτιστοί χαρακτήρες της, που την προσδιορίζουν ως πεπερασμένο δημιούργημα. Η μετάπτωση της ανθρώπινης φύσεως στη θεία είναι αδύνατο να γίνει, δεδομένης της απειρίας και της απόλυτης υπερβατικότητος της ουσίας του Θεού, η όποια είναι απρόσιτη, ακοινώνητη και αμέθεκτη. Η θέωση δεν σημαίνει πανθεϊστική ανάχυση και απορρόφηση του κτιστού από το άκτιστο (παράδειγμα: μια σταγόνα ξύδι στον απέραντο ωκεανό), ένα είδος μονοφυσιτικής ουσιώσεως στο πέλαγος της θείας απειρίας. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν παραμένει άνθρωπος και ο Θεός, Θεός. Το πράγμα είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Κι όμως η θέωση, για την οποία μιλάμε, δεν είναι απλό σχήμα λόγου, ιδέα διάκενη ή ψιλός συμβολισμός της ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, αλλά θέωση πραγματική, μεταφέρουσα όλο το σημαινόμενο της λέξεως. Ο άνθρωπος γίνεται θεός (με μικρό βέβαια θ). Και φυσικά δεν πρόκειται περί παραδοξολογήματος, ούτε περί αντιφάσεως προς όσα σημειώσαμε πιο πάνω. Κατά την ορθόδοξη πίστη, η θέωση είναι ουσιώδης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ουσία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, είναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης. Η θεία ενέργεια είναι αληθινός Θεός, εκφράζει την απρόσιτη και ανέκφραστη θεία φύση και είναι εξωτερικά κοινωνητή και μεταδότη. Δι’ αυτής φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αγιάζονται οι λογικές φύσεις και συνάπτεται ο άνθρωπος με το Θεό. Άκτιστη χάρη και άκτιστη θεία ενέργεια είναι ταυτόσημες. Ο άνθρωπος, μετά από μακρά κάθαρση από την αμαρτία και την κόσμηση της ψυχής του διά των ουρανοδρόμων αρετών, ενούται με τη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας, με τη χάρη δηλαδή, λαμπρύνεται και θεοποιείται. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΑΓΙΟΤΗΤΑ» ΚΑΙ «ΑΓΙΟΣ». (1)

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Εικόνα των Αγίων Πάντων από τον Ι.Ν. Αγίων Πάντων στη Σαλίνα του Κάνσας, ΗΠΑ.

Ανδρέα Θεοδώρου

1. Διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η αγιότητα είναι βασική ιδιότητα της ενέργειας και της φύσεως του Θεού. Σημαίνει απουσία από την πανακήρατη φύση κάθε ίχνους κακίας, στην οποιαδήποτε μορφή της. Ο Θεός είναι οντολογικά άγιος, διότι η ουσία του είναι φύσει αγαθή. Η κακία αφ’ έτερου είναι οντολογικά ανύπαρκτη. Δεν ανήκει στην κλίμακα των υπαρκτών όντων, αλλά είναι επι-φαινόμενο. Φαίνεται, δεν είναι, λαμβάνουσα την υπόσταση της εκεί, όπου τα λογικά όντα απομακρύνονται ελεύθερα από το Θεό. Όπου απουσιάζει το αγαθό, εκεί εμφανίζεται, ως συμβεβηκός περί τη φύση η αμαρτία, η όποια εξαφανίζεται, όταν εμφανιστεί πάλιν εκείνο (το αγαθό). Έτσι και το φως, όταν αναχωρεί, παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι, το οποίο με τη σειρά του αφανίζεται, όταν επανεμφανιστεί εκείνο.

Στο στάδιο της θείας οικονομίας, η αγιότητα του Θεού είναι η θεία του ενέργεια στην πολλαπλή σχέση της προς τις ελεύθερες πράξεις των λογικών κτισμάτων. Από τη θεία ενέργεια απορρέει και προς αυτήν αναφέρεται κάθε ιδέα κτιστής αγιότητος. Ο Θεός, ως δημιουργός, έθεσε στα όντα την ηθική τάξη και τους ηθικούς νόμους του την τήρηση των οποίων απαιτεί, τιμωρώντας τις οποίες παραβάσεις τους. Από την άποψη αύτη ο Θεός είναι δίκαιος, και κατ’ επέκτασιν κριτής των ηθικών ενεργειών των πλασμάτων του.

Στο μυαλό μας η αγιότητα του Θεού νοείται σε συνδυασμό με την ηθική ποιότητα των ενεργειών του ανθρώπου. Ό,τι κακό παρατηρείται σ’ αυτόν, το απομακρύνουμε από την καθαρή και αμόλυντη θεία φύση. Ως γνωστόν, με τον τρόπο αυτό δουλεύει η άποφατική θεολογία, η όποια αφαιρεί από την ουσία του Θεού κάθε τι το κακό, ατελές και άναγνο, που παρατηρείται στην ηθική περιοχή του όντος. Διά των αφαιρέσεων φθάνουμε στην απόλυτη τελειότητα του Θεού. Η αγιότητα είναι έκφραση της τελειότητος αυτής. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »