Ο αββάς Δανιήλ είπε:

Μας διηγήθηκε ο αββάς Αρσένιος -τάχα για κάποιον άλλον, ενώ ο ίδιος ήταν- τα εξής:

Ένας Γέροντας καθώς καθόταν στο κελί του, άκουσε φωνή που έλεγε:

«Έλα, θα σου δείξω τα έργα των ανθρώπων».

Σηκώθηκε και βγήκε. Τον έφερε σε κάποιο τόπο και του έδειξε έναν Αιθίοπα να κόβει ξύλα και να κάνει απ΄αυτά ένα μεγάλο φορτίο, που προσπαθούσε να το φορτωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Και αντί να αφαιρέσει ξύλα από αυτό, έκοβε κι άλλα και τα στοίβαζε στο φορτίο. Αυτό το έκαμνε για πολλή ώρα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν

 

Ένας άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα:

-Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσουμε κι οι δυο.

Ο αγαθός Γέροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να πει τίποτα κι εξακολούθησε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Τα κρίματα του Θεού είναι απροσμέτρητη άβυσσος

Κάποιος Αββάς, που ασκήτευε και είχε παρρησία στο Θεό, τον παρακαλούσε με δάκρυα να του φανερώσει τον τρόπο που ο Θεός κρίνει και αποφασίζει σε κάποιες περιπτώσεις και που οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν, αλλά νομίζουν ότι πρόκειται για παράξενα πράγματα. Ο Θεός όμως για πολύ καιρό δεν ήθελε να του φανερώσει τίποτε, επειδή ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να γνωρίσει και να καταλάβει τα μυστήρια του Θεού. Ο ασκητής πάλι δεν έπαυε νύχτα και μέρα να κάνει τη σχετική δέηση. Μια μέρα λοιπόν ο Θεός, θέλοντας να τον πληροφορήσει, έβαλε στην καρδιά του το λογισμό να πάει να δει ένα γέροντα ασκητή, που βρισκόταν σε άλλο τόπο, όπου για να φτάσει κανείς έπρεπε να περπατήσει πολλές μέρες. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Όσιος Δανιήλ εν τη Σκήτη

Δύο όσιοι είναι γνωστοί με τό όνομα αυτό. Ο πρώτος ήταν μαθητής του αγίου Αρσενίου του Μεγάλου [8 Μαΐου] και έγινε ο ίδιος διδάσκαλος για πολλούς μοναχούς. Όταν οί Μαζικές επιτέθηκαν στην Σκήτη το 407, οί αδελφοί τον κάλεσαν να φύγει μαζί τους. Καί λέγει ο άββάς Δανιήλ: «Εάν δεν φροντίζει για μένα ο Θεός, γιατί να ζώ;» Καί πέρασε ανάμεσα στους βαρβάρους καί δεν τον είδαν. Λέγει τότε μέσα του: «Ιδού ο Θεός έφρόντισε για σένα καί δεν απέθανες. Κάνε λοιπόν καί συ τό ανθρώπινο καί φύγε όπως οι Πατέρες». Μεταξύ άλλων έλεγε: «Όσο ακμάζει τό σώμα τόσο αδυνατίζει ή ψυχή καί όσο αδυνατίζει τό σώμα τόσο ακμάζει ή ψυχή». Αφού έζησε σαράντα χρόνια στήν έρημο της Σκήτης, εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 420. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Δεν ήρθε ο Υιός του Θεού για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει…»

Ο άγιος Γέροντας Θεόδωρος που καταγόταν απ΄ τα Άδανα, μας διηγήθηκε ότι όταν ζούσε στα μέρη της Αγίας Πόλεως, στο κοινόβιο του Πενθουκλά, κοντά στον άγιο ποταμό Ιορδάνη, ήρθε κάποιος απ΄ τα μέρη της Ασίας θέλοντας να γίνει μοναχός στο μοναστήρι αυτό. Και ο ηγούμενος τον δέχτηκε.

Έμεινε κάποιο χρονικό διάστημα και επειδή ωφελήθηκε πνευματικά απ΄ την καλή κατάσταση του μοναστηριού, μια που είχε αρκετό χρυσάφι το φέρνει και το δίνει στον αββά, λέγοντάς του: «Αββά, επειδή ωφελήθηκα απ΄ την ζωή στο κοινόβιο και θέλω εάν και ο Θεός συγκατανεύει, να κάνεις την κουρά μου και να μου δώσεις το άγιο σχήμα, πάρε αυτήν την ευλογία και διαχειρίσου την όπως νομίζεις», και του δείχνει το χρυσάφι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Οι λογισμοί του υποτακτικού

Ένας άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα: Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η γυναίκα της αμαρτίας και ο Ερημίτης

Έβαλε κάποτε στο νου της μια γυναίκα της αμαρτίας καί στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα το πετύχαινε να παρασύρει στα δίχτυα της τον Ερημίτη, που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη καί που όλοι έλεγαν γι’ αυτόν πως ήταν άγιος άνθρωπος.
Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της κι’ ανέβηκε στο βουνό. Οι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Όταν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του Ερημίτη. Εκείνος όταν την είδε, ταράχτηκε…
Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοια ώρα σ’ αυτή την έρημο;
Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »